Διανύοντας μια από τις πιο κατανυκτικότερες περιόδους του εκκλησιαστικού μας έτους, την περίοδο δηλαδή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η οποία αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα και ολοκληρώνεται το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, με σκοπό την ψυχική και σωματική προετοιμασία όλων μας για την εορτή των εορτών, το Άγιο Πάσχα, συναντάμε ξεχωριστές, μοναδικές και προπάντων κατανυκτικές Ακολουθίες.
Τις Κυριακές αυτές τελούμε Εσπερινούς κατανυκτικούς, τις Τετάρτες και τις Παρασκευές Προηγιασμένες Ακολουθίες, τα απογεύματα από Δευτέρα έως και Πέμπτη το Μέγα Απόδειπνο και κάθε Παρασκευή το βράδυ, σε χαρμόσυνο και πανηγυρικό τόνο, τους Χαιρετισμούς προς την Υπέρμαχο Στρατηγό της Εκκλησίας και του Γένους μας, την Κυρία Θεοτόκο.
Η Ακολουθία αυτή προς την Παναγία μας, συνδέει την εκκλησιαστική και την εθνική μας παράδοση … γι΄ αυτό και το τροπάριο «Τῇ ὑπερμάχω στρατηγῷ τὰ νικητήρια» είναι ταυτόχρονα εκκλησιαστικός και εθνικός μας ύμνος, αφού υπήρξε για πολλούς αιώνες ο πρώτος εθνικός ύμνος των Ρωμιών, για να ακολουθήσουν ο «Θούριος» του Ρήγα Βελεστινλή (1797) και ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού (1823) που σήμερα έχουμε. Η Κυρία Θεοτόκος υπήρξε η Υπέρμαχος Στρατηγός του Γένους, η οποία ως φιλόστοργος Μητέρα όλων μας, πάντα βρίσκονταν και συνέδραμε στις δύσκολες ώρες του Γένους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι και οι δυο εθνικές μας εορτές, 25η Μαρτίου και 28η Οκτωβρίου συνδέονται άρρηκτα με το πρόσωπό Της.
Η Υπεραγία Θεοτόκος κατέχει την πρώτη θέση μεταξύ των Αγίων της Εκκλησίας μας, ως η «Ἁγία Ἁγίων μείζων» [1], γι΄ αυτό μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων στη Θεία Λειτουργία και ενώ ο Ιερέας μνημονεύει κατά την τάξη ολόκληρη την Εκκλησία, ζώσα και θριαμβεύουσα, κάνει ονομαστική και εξαίρετη μνεία στην Θεοτόκο, λέγοντας το «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας Ἄχράντου» [2].
Οι Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι αφιερωμένες κατά κάποιον ιδιαίτερο τρόπο από την Εκκλησία μας στην Μητέρα Αγγέλων και ανθρώπων, την Κυρία Θεοτόκο. Η αγάπη αυτή και ο σεβασμός όλων των χριστιανών εκδηλώνεται με την ευλαβή παρουσία και ενεργό συμμετοχή τους στην Ακολουθία των «πιστώς προσκυνούντων και δοξαζόντων» την θεοδόχον Παρθένον Μαρία. Το πρόσωπο Της έγινε η «ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων» και υμνολογήθηκε από τους υμνογράφους και ποιητές της Εκκλησίας μας «ἐξαιρέτως» υπέρ πάντων ανθρώπων μετά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431 μ.Χ.), με υμνογραφικό αποκορύφωμα τον Ακάθιστο Ύμνο, ποίημα πιθανότατα του «Πίνδαρου της Εκκλησιαστικής μας ποιήσεως» Ρωμανού του Μελωδού (6ος αιώνας), που ολόκληρο ακούμε στους ορθόδοξους ναούς την Παρασκευή της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών.
Ονομάζεται ο ύμνος – ακολουθία «Ακάθιστος» γιατί έχει συνδεθεί με την όρθια στάση των πιστών κατά την τέλεσή του, ως έκφραση τιμής και ευγνωμοσύνης προς την Παναγία μας. Είναι ύμνος δοξολογικός και συγχρόνως κατηχητικός, γιατί μέσα από την ποιητική του γλώσσα ο υμνογράφος, καταφέρνει να συνοψίσει την πίστη της Εκκλησίας στο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, ο Οποίος έγινε άνθρωπος «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα» [3]. Είναι δε αναπόσπαστα συνδεδεμένος με την περίοδο της νηστείας της Μ. Τεσσαρακοστής ο ύμνος αυτός, διότι προβάλλοντας η Εκκλησία μας την απόλυτη και ελεύθερη υπακοή της Κυρίας Θεοτόκου στο σχέδιο της θείας οικονομίας «Ιδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» [4], προτρέπει και τους πιστούς να ακολουθήσουν το παράδειγμά Της, κάνοντας χώρο στο θείο θέλημα και περιορίζοντας το «εγώ», που είναι και το βαθύτερο νόημα της νηστείας, να καταφέρουμε να έλθουμε πιο κοντά ο ένας με τον άλλον και έτσι με τον Χριστό.
Με την υπακοή Της η Θεοτόκος στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας, αναλαμβάνει να διορθώσει το λάθος της πρώτης γυναίκας, της Εύας και να αποκαταστήσει ως η «δεύτερη Εύα» της ανθρώπινης ιστορίας, τις σχέσεις Θεού και ανθρώπου, αλλά και τις ισότιμες σχέσεις μεταξύ ανδρός και γυναικός, οι οποίες εξαιτίας του σφάλματος της Εύας, είχαν φέρει τη γυναίκα σε δεινή κοινωνική θέση [5]. Μετά την Θεοτόκο και από τους πρώτους ακόμα αιώνες της ζωής της Εκκλησίας μας, η γυναίκα είναι πλέον ισότιμη με τον άνδρα, όπως με σαφήνεια λέγει ο Απ. Παύλος «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. … οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» [6]. Ο ύμνος αυτός είναι αφιερωμένος στην μεγαλύτερη γυναίκα όλων των εποχών, γι΄ αυτό και δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι αποτελεί ύμνο και συνάμα γιορτή για την κάθε ΓΥΝΑΙΚΑ, την κάθε μάνα, την κάθε αδελφή και σύζυγο.
Στον Ακάθιστο Ύμνο, εξυμνείται η αποκατάσταση των σχέσεων Θεού και ανθρώπου, μέσω της υπακοής της Παρθένου Μαρίας και άλλα πολλά γεγονότα της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους όπως :
Α' Στάση: Ευαγγελισμός, επίσκεψη της Θεοτόκου στην Ελισάβετ, αμφιβολίες Ιωσήφ.
Β' Στάση: Προσκύνηση των ποιμένων και των Μάγων, φυγή στην Αίγυπτο.
Γ' Στάση: Η ενανθρώπηση του Λόγου, η υποδοχή του Χριστού από τον Συμεών.
Δ' Στάση: Θεομητορικοί ύμνοι, επαινετικά λόγια για την Παναγία ως "πύργο ασάλευτο" και "τείχος".
Πρώτη φορά ψάλλεται πριν 1400 ακριβώς χρόνια, το έτος 626 μ.Χ., όταν η Κωνσταντινούπολη δέχθηκε την αιφνιδιαστική και συντονισμένη επίθεση των Αβάρων και των Περσών, απόντος στη Λαζική του αυτοκράτορα Ηράκλειου (610-641). Ο Πατριάρχης Σέργιος υπήρξε η ψυχή της άμυνας της φρουράς της Κωνσταντινούπολης και με ηρωισμό απέκρουσε τους πολιορκητές. Μετά το αίσιο τέλος ο λαός της Πόλης συγκεντρώθηκε στη μονή των Βλαχερνών και έψαλλε όρθιος τον Ύμνο αυτό προς την Υπέρμαχο Στρατηγό.
Πιθανόν ο Ύμνος να ήταν γνωστός και αγαπητός ήδη στο Βυζάντιο την εποχή της πολιορκίας, γι΄ αυτό να κρίθηκε κατάλληλος για την περίσταση, αφού έγιναν σε αυτόν κάποιες προσθήκες ώστε να τον κάνουν επίκαιρο. Το πιθανότερο δε είναι πως ο ύμνος γράφτηκε σε ειρηνική περίοδο και ο λαός της Κωνσταντινούπολης τον αγαπούσε πολύ και ίσως τον απήγγειλε και από στήθους. Είναι γραμμένος σε απλή γλώσσα και σε ρυθμό τονικό, ενώ λογοτεχνικά διακρίνει κανείς τόσο τη χρήση του ομοιοτέλευτου, όσο και την πληθώρα από παρομοιώσεις, αντιθέσεις, αλληγορίες και μεταφορές.
Το Κοντάκιο του Ακάθιστου αποτελείται από : α) ένα προΐμιο ή κουκούλιο με ξεχωριστό μέτρο και ρυθμό, β) από 24 Οίκους, δηλαδή στροφές, γ) από το διπλό εφύμνιο, το οποίο όταν εξυμνείται η Θεοτόκος είναι το «Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε», ενώ όταν εξυμνείτε ο Χριστός το «ἀλληλούϊα» και δ) από την ακροστιχίδα (το πρώτο γράμμα δηλαδή του κάθε Οίκου), η οποία είναι τα 24 γράμματα της αλφαβήτου κατά απόλυτη αλφαβητική σειρά, Α έως Ω (Ἄγγελος πρωτοστάτης … μέχρι Ὦ πανύμνητε Μῆτερ…). Τέλος κάθε περιττός Οίκος ακολουθείται από έξη χαιρετισμούς προς την Θεοτόκο «Χαῖρε» και κάθε άρτιος από ένα «Ἁλληλούϊα».
Ανάμεσα στους μονούς οίκους του Κοντακίου αυτού (δηλαδή Α΄, Γ΄, Ε΄ κ.λ.π.) υπάρχουν 144 «Χαῖρε» προς την Αειπάρθενο τα οποία αποτελούν ποιητική συνέχεια του χαιρετισμού του Αρχαγγέλου Γαβριήλ κατά τον Ευαγγελισμό της Παναγίας «Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ» [7]. Διαβάζεται ανά 6 Οίκους (4 Στάσεις) τις τέσσερεις πρώτες Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής και ολόκληρος την Παρασκευή της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών. Η πρώτη Στάση (οι Οίκοι Α΄ μέχρι Ζ΄) αναφέρεται στα γεγονότα τα κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, η δεύτερη Στάση (οι Οίκοι Η΄ μέχρι Μ΄) στα γεγονότα τα κατά την Γέννηση του Θεανθρώπου, η τρίτη Στάση (οι Οίκοι Ν΄ μέχρι Σ΄) αναφέρεται στον Ιησού Χριστό και η τέταρτη Στάση (οι Οίκοι Τ΄ μέχρι Ω΄) στην Θεοτόκο [8].
Και ο Κανόνας όμως του Ακαθίστου Ύμνου, ποίημα των Ιωάννου του Δαμασκηνού (8ος αιώνας) και Ιωσήφ από τη Σικελία (9ος αιώνας) [9] χαρακτηρίζεται ως ποιητικό αριστούργημα, παρουσιάζοντας με αριστοτεχνικό τρόπο προτυπώσεις της Θεοτόκου στην Παλαιά Διαθήκη, με ύμνους της Καινής προς το πρόσωπό Της και φυσικά ηθικές προτροπές προς τους πιστούς. Εξυμνεί την Αειπάρθενον Κόρη ως «Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον», ως «παλάτιον τοῦ μόνου Βασιλέως», ως «θρόνον πύρινον τοῦ Παντοκράτορος», ως «ἁγνείας θησαύρισμα», ως «φωτὸς κατοικητήριον», ως «ἱλαστήριον τοῦ κόσμου», ως «οὐρανῶν ὑψηλοτέραν», ως «ἀκατανόητον βάθος» και «ὕψος ἄῤῥητον», ως «νυμφῶνα ὁλόφωτον», ως «πυρίμορφον ὄχημα τοῦ Λόγου» και «ἔμψυχον Παράδεισον», ως «αἰτίαν τῆς τῶν πάντων θεώσεως», ως «ἄφλεκτον βάτον», ως «ῥάβδον μυστικήν», κ.τ.λ. [10].
Σε Αυτήν και εμείς ας κραυγάσουμε : «Ἰδού σοι, Χαῖρε, κραυγάζομεν λιμὴν ἡμῖν γενοῦ θαλαττεύουσι, καὶ ὁρμητήριον, ἐν τῷ πελάγει τῶν θλίψεων καὶ τῶν σκανδάλων πάντων τοῦ πολεμήτορος» [11]












