«Κρούει τον κώδωνα» της υπογεννητικότητας η έρευνα - Τι λέει ο καθηγητής Δημογραφίας Βύρων Κοτζαμάνης
Ο κ. Κοτζαμάνης τεκμηριώνει με στοιχεία τα προαναφερθέντα στην δημοσιευμένη εργασία του στο 37ο τεύχος των Δημογραφικών Νέων του Εργαστηρίου Δημογραφικών και Κοινωνικών Αναλύσεων (ΕΔΚΑ) του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με θέμα: «Τα νέα μέτρα στήριξης της οικογένειας και του παιδιού και η συμβολή τους στις γεννήσεις και τη γονιμότητα» αναφέροντας ότι «στις γενεές που γεννήθηκαν μετά τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 η γονιμότητα μειώνεται γρήγορα καθώς εάν οι γυναίκες που γεννήθηκαν λίγο πριν από τον πόλεμο έκαναν κατά μέσο όρο 2,2 παιδιά, αυτές που γεννήθηκαν μια εικοσαετία αργότερα (το 1955-59) έκαναν 1,9 παιδιά και οι μετά το 1960 κάνουν όλο και λίγο λιγότερα με αποτέλεσμα όσες έχουν γεννηθεί το 1975 να κάνουν μόλις 1,55 παιδιά/γυναίκα. Ταυτόχρονα, η μέση ηλικία στην τεκνογονία αυξάνεται συνεχώς, από : 26,3 έτη στις γενεές 1960-64 στα 30,3 έτη στις γενεές 1975- 1979».
Στο ερώτημα δε που τίθεται από πολλούς «τι μπορεί να γίνει για να ανακοπεί η φθίνουσα πορεία της γονιμότητας στη χώρα μας;» ο κ. Κοτζαμάνης απαντά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι απαιτείται μια προοδευτική αλλαγή των αναπαραγωγικών μας συμπεριφορών και η δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος που θα επιτρέψει την υλοποίηση από τις νεότερες γενεές του επιθυμητού μεγέθους οικογένειας (γύρω στα δύο παιδιά). «Τα όποια μέτρα ληφθούν», δηλώνει «θα πρέπει να είναι επικεντρωμένα στο παιδί και την οικογένειά του, ανεξαρτήτως της μορφής της (συμβίωση με/χωρίς σύμφωνο, γάμος, μονογονεϊκή οικογένεια) και προφανώς να στοχεύουν στην αλλαγή των ειδικών και γενικών συνθηκών που επηρεάζουν την έλευσή των παιδιών». Τονίζει δε ακόμη ότι τα όποια μέτρα ληφθούν «δεν θα ανατρέψουν άμεσα τις υφιστάμενες τάσεις, αλλά σε βάθος χρόνου» και ότι «οι επιδοματικές πολιτικές έχουν άκρως περιορισμένη εμβέλεια και δεν έχουν ιδιαίτερα αποτελέσματα εάν δεν δημιουργηθεί και ένα γενικότερο ευνοϊκό για την τεκνογονία περιβάλλον».




























