Η Κομισιόν συμφώνησε με την αμερικανική φαρμακευτική εταιρεία Gilead Sciences για την αγορά επιπλέον δόσεων ρεμντεσιβίρης, αριθμού ικανού να καλύψη τις ανάγκες περίπου 3.400 ασθενών με COVID-19
Η Ελλάδα έχει ήδη παραλάβει 144 φιαλίδια, όπως ανακοίνωσε χθες ο υφυπουργός Υγείας κ. Βασίλης Κοντοζαμάνης απαντώντας σε σχετική ερώτηση του protothema.gr και του ygeiamou.gr σχετικά με τις ελλείψεις του αντι-ιικού και την παγκόσμια ζήτηση που παρατηρείται.
Συμφωνία ύψους 7 εκατ. ευρώ
Η ευρωπαϊκή συμφωνία επιτυγχάνεται εν μέσω ελλείψεων ρεμντεσιβίρης που παρατηρούνται παγκοσμίως.
Η νέα συμφωνία έρχεται να προστεθεί στις 30.000 δόσεις του αντι-ιϊκού που είχε αγοράσει η ΕΕ στα τέλη Ιουλίου από την αμερικανική φαρμακευτική εταιρεία.
«Οι επιπλέον δόσεις ήδη έχουν αρχίσει να παραδίδονται», εξήγησε ο εκπρόσωπος Τύπου της ΕΕ κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, προσθέτοντας ότι η Επιτροπή δίνει προτεραιότητα σε χώρες που η ρεμντεσιβίρη είναι περισσότερο αναγκαία.
Υπενθυμίζεται ότι η ρεμντεσιβίρη και το κορτικοστεροειδές δεξαμεθαζόνη είναι τα μόνα δύο σκευάσματα που έχουν λάβει ειδική έγκριση για τη θεραπεία της COVID-19 από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων.
Ο ευρωπαίος αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι οι πρώτες δόσεις ρεμντεσιβίρης έχουν ήδη σταλεί στην Ελλάδα, την Ολλανδία, την Τσεχία, την Αυστρία, τη Δανία και τη Σλοβενία.
Κοντοζαμάνης: Επάρκεια φαρμάκων για τις ΜΕΘ
Ανάγκη σωστής χρήσης των φαρμάκων
Ο κ. Κοντοζαμάνης υπογράμμισε και την ανάγκη σωστής χρήσης κάθε φαρμάκου «βάση συγκεκριμένων ενδείξεων και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις».
Ενώ ο κ. Γκίκας Μαγιορκίνης, εκπρόσωπος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας για τον νέο κορωνοϊό και επίκουρος καθηγητής Ιατρικής ΕΚΠΑ, συμπλήρωσε αναφερόμενος στην ορθή χρήση της ρεμντεσιβίρης ότι «η κρίση είναι πάντα στον θεράποντα, αλλά οι ενδείξεις λένε όταν αρχίζουν και χειροτερεύουν τα αέρια στο αίμα και επίκειται η διασωλήνωση. Δηλαδή, βλέπουν ότι ο άνθρωπος, ο ασθενής, αν παραμείνει σε αυτή την φάση, έχει βέβαια κάποιους δείκτες τώρα, και όταν αυξάνεται η πιθανότητα για διασωλήνωση τότε πρέπει να δοθεί».
Και προέβλεψε ότι στο μέλλον «όταν θα υπάρχει παγκόσμια διαθεσιμότητα – γιατί πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό το φάρμακο δεν έχει παγκόσμια διαθεσιμότητα – είναι πιθανό να δίνεται όπως το tamiflu. Δηλαδή, πολύ νωρίς, με το που κάποιος εμφανίσει τα συμπτώματα».
Παραδέχθηκε όμως ότι «αυτή την στιγμή υπάρχει παγκόσμια έλλειψη. Είναι ένα φάρμακο το οποίο δεν υπάρχει πουθενά σχεδόν».




























