Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat (2025), οι τιμές κατοικιών στην Ε.Ε. έχουν αυξηθεί κατά περίπου 60% από το 2010, ενώ τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 28% την ίδια περίοδο.
Σε πολλές πρωτεύουσες —όπως το Δουβλίνο, το Άμστερνταμ, η Λισαβόνα και η Βαρσοβία— η αύξηση ξεπερνά το 100%. Η στεγαστική κρίση δεν αφορά πλέον μόνο τις ευάλωτες ομάδες, αλλά ολόκληρη τη μεσαία τάξη, που βλέπει τη στέγαση να απορροφά ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός της.
Στην Ελλάδα, η στεγαστική κρίση έχει ιδιαίτερη φυσιογνωμία, όπως αναφέρει η έρευνα. Μετά από μία δεκαετία οικονομικής ύφεσης και υποεπενδύσεων στην κατοικία, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με απότομη αύξηση της ζήτησης χωρίς επαρκή προσφορά.
Από το 2017 έως το 2024, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν πάνω από 50%, ενώ σε περιοχές όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη και η Κρήτη η αύξηση ξεπερνά το 70%. Παράλληλα, η προσφορά διαθέσιμων ενοικίων έχει μειωθεί, καθώς χιλιάδες ακίνητα διοχετεύονται σε βραχυχρόνιες μισθώσεις ή παραμένουν κενά λόγω γραφειοκρατίας και φορολογικών ασυνεπειών.
Η στεγαστική κρίση σε Ελλάδα και Ευρώπη
Η στέγαση εξελίσσεται στη μεγαλύτερη κοινωνική πρόκληση της δεκαετίας. Στην Ελλάδα, ένας στους τρεις ενοικιαστές δαπανά πάνω από το 40% του μηνιαίου εισοδήματός του για να κρατήσει ένα σπίτι.
Η χώρα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεπερνώντας κατά σχεδόν τρεις φορές τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στις ευάλωτες ομάδες, αλλά πλήττει πλέον και τη μεσαία τάξη, που βλέπει τα ενοίκια να τρέχουν ταχύτερα από τους μισθούς.
Στην Ευρώπη, οι κυβερνήσεις αναζητούν λύσεις με συνδυασμό ρύθμισης, επιδοτήσεων και αύξησης της προσφοράς κοινωνικής στέγης.
Η Γαλλία εφάρμοσε το σύστημα Encadrement des Loyers, θέτοντας ανώτατα όρια ενοικίων ανά περιοχή. Στο Παρίσι, το μέτρο οδήγησε σε μειώσεις έως και 13%, αν και απαιτεί συνεχή έλεγχο.
Η Γερμανία δοκίμασε το ‘Mietpreisbremse’, ένα «φρένο» στις αυξήσεις με ενισχυμένα δικαιώματα ενοικιαστών. Η Ισπανία, με τη νέα Ley de Vivienda και τον δείκτη IRAV, θέτει πλαφόν 2,2% στις αναπροσαρμογές, ενώ χρηματοδοτεί την ανέγερση 184.000 νέων κατοικιών.
Η Ολλανδία επιβάλλει point system που συνδέει τιμές με ποιότητα και τοποθεσία, ενώ η Πορτογαλία επενδύει 2 δισ. ευρώ για 33.000 νέες κοινωνικές κατοικίες έως το 2030.
Και στη Βιέννη, το 43% των κατοικιών είναι κοινωνική ή μη κερδοσκοπική στέγη – ένα μοντέλο που κρατά τα ενοίκια 30% χαμηλότερα από την ελεύθερη αγορά.
Τα αίτια
Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ένα οικονομικό φαινόμενο. Πίσω από τις αυξήσεις στα ενοίκια και την αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή στέγη, κρύβεται μια πολύ βαθύτερη παθογένεια: η έλλειψη πληροφορίας και συντονισμού. Οι δημόσιες βάσεις δεδομένων που αφορούν την ιδιοκτησία, τη χρήση γης και την αξία των ακινήτων παραμένουν κατακερματισμένες. Άλλα στοιχεία βρίσκονται στο Κτηματολόγιο, άλλα στους Δήμους, άλλα στην ΑΑΔΕ, και κανείς δεν έχει τη συνολική εικόνα.
Έτσι, οι αποφάσεις για στεγαστικές πολιτικές λαμβάνονται στα τυφλά – χωρίς ενιαία, αξιόπιστα δεδομένα για το πού υπάρχει πραγματικά ανάγκη, ποια κτίρια μένουν άδεια ή ποια θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κατοικίες.
Η απουσία ενός ενιαίου μηχανισμού ελέγχου και χαρτογράφησης οδηγεί αναπόφευκτα σε καθυστερήσεις, αναποτελεσματικές παρεμβάσεις και απώλεια πόρων. Με λίγα λόγια, η χώρα προσπαθεί να λύσει ένα πρόβλημα που δεν μπορεί καν να αποτυπώσει με ακρίβεια.
























