Η έναρξη της εφαρμογής του μέτρου «κινητό στην τσάντα» από το υπουργείο Παιδείας συνοδεύτηκε από σαφείς κανόνες και αυστηρές κυρώσεις. Η διάταξη απαγορεύει ρητά τη χρήση κινητών τηλεφώνων και άλλων ηλεκτρονικών συσκευών από τους μαθητές καθ’ όλη τη διάρκεια του σχολικού ωραρίου -συμπεριλαμβανομένων των διαλειμμάτων- προβλέποντας την επιβολή μονοήμερης αποβολής για τους παραβάτες, ενώ σε περιπτώσεις υποτροπής ή σοβαρότερων παραβάσεων (όπως η βιντεοσκόπηση χωρίς συναίνεση) οι ποινές κλιμακώνονται.
Δύο σχολικά έτη μετά την πρώτη εφαρμογή του μέτρου, η εικόνα στα σχολικά συγκροτήματα της χώρας αποτυπώνει μια σαφή μεταβολή στη συμπεριφορά των μαθητών, με τα επίσημα στοιχεία να δείχνουν ότι η αρχική έξαρση των ποινών έδωσε τη θέση της σε μια σταδιακή προσαρμογή.
Αισθητή υποχώρηση στις αποβολές
Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, κατά το σχολικό έτος 2025-26 επιβλήθηκαν συνολικά 9.720 αποβολές σε μαθητές για παραβίαση του κανόνα απαγόρευσης των κινητών τηλεφώνων. Ο αριθμός αυτός καταγράφει σημαντική μείωση κατά 5.086 περιστατικά σε σύγκριση με το σχολικό έτος 2024-25, όταν οι καταγεγραμμένες αποβολές για τον ίδιο λόγο είχαν φτάσει τις 14.806. Η πτωτική αυτή τάση αποτυπώνει μια σταδιακή αποδοχή του μέτρου από τη σχολική κοινότητα.
Η ανάλυση της χρονικής εξέλιξης των περιστατικών ανά μήνα αποκαλύπτει μια έντονη εποχικότητα:
Κάθε σχολική χρονιά, ο μεγαλύτερος όγκος των παραβάσεων καταγράφεται στην αρχή του έτους. Τον Οκτώβριο του 2024 σημειώθηκε το υψηλότερο σημείο με 3.510 αποβολές. Αντίστοιχα, τον Οκτώβριο του 2025 καταγράφηκε εκ νέου η μηνιαία αιχμή της χρονιάς με 2.158 αποβολές. Μετά τους πρώτους αναγνωριστικούς μήνες, οι αριθμοί υποχωρούν αισθητά. Από τις 2.834 αποβολές του Νοεμβρίου 2024 και τις 1.769 του Νοεμβρίου 2025, παρατηρείται μια συνεχής κάμψη κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Φτάνοντας προς τη λήξη της σχολικής χρονιάς, τα περιστατικά ελαχιστοποιούνται. Τον Απρίλιο και τον Μαΐο του 2025 οι αποβολές έπεσαν στις 466 και 122 αντίστοιχα, ενώ την άνοιξη του 2026 η τάση σταθεροποιήθηκε σε πολύ χαμηλά επίπεδα, κλείνοντας τον Μαΐο του 2026 στις μόλις 235 αποβολές πανελλαδικά.

Η ψυχολογική διάσταση της «απουσίας της οθόνης»
Πέρα από τους αριθμούς και τις στατιστικές, το κρίσιμο ερώτημα αφορά το πώς αυτή η αλλαγή επηρεάζει την καθημερινότητα, την ψυχοσύνθεση και την κοινωνικοποίηση των εφήβων. Για το θέμα αυτό, στο Newsbomb μίλησε ο Γεράσιμος Μακρής, MD, MSc, PhD, Ειδικευόμενος Ψυχίατρος Παιδιού & Εφήβου - Ψυχοθεραπευτής ECP holder και Διδάσκων Αναπτυξιακής Ψυχολογίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Αναλύοντας το πώς η απουσία του κινητού μεταβάλλει τη δυναμική των μαθητών, ο κ. Μακρής υπογράμμισε τη λειτουργία της οθόνης ως μέσου διαφυγής. «Η οθόνη του κινητού μπορεί να λειτουργήσει ως ένας τρόπος να αποφεύγει κανείς τη ‘ζωντανή’ έκθεση στον άλλον. ‘Είμαι εδώ, αλλά με τη βοήθεια του κινητού μου μπορώ να είμαι οπουδήποτε αλλού, με οποιονδήποτε άλλο, όποτε το χρειαστώ’. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην εφηβεία, όπου η σχέση με το βλέμμα του άλλου, ως τόπο αναγνώρισης αλλά και πιθανής ντροπής, αποκτά μεγάλη ένταση», δήλωσε στο Newsbomb.
Όσον αφορά τα επιστημονικά δεδομένα, ο κ. Μακρής ήταν σαφής: «Τα διεθνή επιστημονικά δεδομένα δεν μας επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι η απαγόρευση των κινητών στις σχολικές μονάδες έχει από μόνη της θεαματικές επιδράσεις στην ψυχική υγεία, την κοινωνική ανάπτυξη ή ακόμη και στις σχολικές επιδόσεις. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις για μικρά οφέλη, αλλά τα αποτελέσματα είναι ετερογενή και οι διαθέσιμες μελέτες δεν επαρκούν για οριστικά συμπεράσματα».
Ωστόσο, στάθηκε ιδιαίτερα στη μετατοπίση του κοινωνικού περιβάλλοντος. «Το διάλειμμα στο σχολείο είναι ένας σημαντικός χρόνος κοινωνικής έκθεσης και, κατά συνέπεια, μάθησης. Είναι η στιγμή που το παιδί καλείται να πλησιάσει τον άλλον, να διαχειριστεί την ενδεχόμενη απόρριψη, να διαπραγματευτεί τη θέση του στην ομάδα, να αντέξει την αμηχανία και να εφεύρει έναν τρόπο ύπαρξης ανάμεσα στους συνομηλίκους του. Όταν το κινητό απομακρύνεται, ίσως διαμορφώνεται ξανά ένας φυσικός χώρος όπου η κατά πρόσωπο συνάντηση γίνεται πιο πιθανή, αλλά συγχρόνως πιο απαιτητική», εξήγησε.
«Να αντισταθούμε στο να γίνουν οι οθόνες ο μοναδικός χώρος όπου ο έφηβος συναντά τους άλλους»
Προσέθεσε δε ότι «η απουσία της οθόνης μπορεί στην αρχή να προκαλέσει αμηχανία ή ακόμα και δυσφορία. Αυτή η δυσφορία όμως μπορεί να είναι ακριβώς το σημείο από όπου ξεκινά η δυνατότητα να ξαναδοκιμαστεί η άμεση κοινωνική επαφή. Μαθαίνει κανείς να στέκεται μέσα στην ομάδα των συνομηλίκων του χωρίς να χρειάζεται να κάνει κάτι διαρκώς, να αντέχει δηλαδή την παρουσία του άλλου δίπλα του ακόμα κι όταν δεν συμβαίνει τίποτα ιδιαίτερο. Αυτή η ικανότητα, να είσαι μαζί με κάποιον χωρίς να χρειάζεται να γεμίζεις κάθε στιγμή, είναι ένα από τα πράγματα που μπορεί να προσφέρει το διάλειμμα χωρίς κινητό».
Ξεκαθάρισε πάντως πως «δεν θα έβλεπα την απαγόρευση ως αυτοσκοπό και σίγουρα όχι ως τον μόνο τρόπο για να επιστρέψουμε σε ένα σχολείο που ενισχύει τη σύνδεση με τον άλλον, τη φαντασία και την επιθυμία. Το ζητούμενο δεν είναι να επιστρέψουμε σε ένα σχολείο χωρίς τεχνολογία, αλλά να αποκαταστήσουμε την ισορροπία. Χρειάζεται να αντισταθούμε στο να γίνουν οι οθόνες ο μοναδικός χώρος μέσα στον οποίο ο έφηβος συναντά τους άλλους και καθρεπτίζει τον εαυτό του».
Σχετικά με τις αντιδράσεις των παιδιών και τις αναφορές περί «εθισμού», ο ειδικός ανέφερε ότι «η δυσφορία όταν περιορίζεται η πρόσβαση στο κινητό είναι υπαρκτή και μπορεί να εκδηλωθεί με εκνευρισμό, ανησυχία, ανία, δυσκολία συγκέντρωσης ή έντονη ανάγκη να ξαναχρησιμοποιήσει το παιδί τη συσκευή».
«Το κινητό δεν είναι ποτέ απλώς το πρόβλημα»
Παράλληλα τόνισε ότι «η εκπαιδευτική κοινότητα χρειάζεται να μη μετατρέψει το ζήτημα αποκλειστικά σε πρόβλημα πειθαρχίας. Το όριο είναι απαραίτητο, αλλά εξίσου σημαντικό είναι να καταλάβουμε τι εξυπηρετεί η υπερβολική χρήση του κινητού για κάθε παιδί ξεχωριστά. Το κινητό δεν είναι ποτέ απλώς το πρόβλημα, αλλά συνήθως η λύση που έχει βρει το παιδί σε κάτι που το δυσκολεύει».
Τόνισε επίσης ότι «δεν αρκεί να αφαιρέσουμε το κινητό. Είναι πιο χρήσιμο να αναρωτηθούμε για τη θέση του στη ζωή του συγκεκριμένου παιδιού και την ανάγκη που ικανοποιεί. Γιατί αν αφαιρέσουμε μόνο το αντικείμενο και όχι αυτό που εξυπηρετούσε, το παιδί απλώς θα βρει κάτι άλλο να βάλει στη θέση του».
Το «καταφύγιο» των εσωστρεφών
Εστιάζοντας στα πιο εσωστρεφή παιδιά ή σε όσα βιώνουν κοινωνικό άγχος και στο ενδεχόμενο το κινητό να λειτουργεί για αυτά ως «καταφύγιο», ο κ. Μακρής ανέλυσε τη βαθύτερη πολιτισμική διάσταση της χρήσης των έξυπνων συσκευών.
«Ζούμε σε έναν πολιτισμό που δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να ανεχθεί το κενό. Το κινητό επιτελεί τη λειτουργία του να γεμίζει σχεδόν ακαριαία κάθε κενό χρόνου. Μπορούμε να πούμε ότι η υπερβολική χρήση του κινητού είναι σύμπτωμα της δυσκολίας να ανεχθούμε το κενό, όχι η αιτία της», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Μάλιστα, συμπλήρωσε ότι «το κινητό είναι ίσως ο μόνος ‘συνομιλητής’ που δεν έχει δική του επιθυμία. Δεν σε κρίνει, δεν κοιτάζει αλλού την ώρα που του μιλάς, δεν σε απογοητεύει ποτέ. Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα, γιατί χωρίς ρίσκο δεν υπάρχει πραγματική συνάντηση με τον άλλο».
Και εξήγησε: «Το κενό ωστόσο, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο μπορεί να αναδυθεί η επιθυμία. Όταν όλα είναι διαρκώς διαθέσιμα και κάθε κενό καλύπτεται αμέσως, είναι σαν να μην αφήνουμε στην επιθυμία τον χρόνο να αρθρωθεί. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στην εφηβεία. Ο έφηβος διανύει ούτως ή άλλως μια περίοδο κατά την οποία μεταβάλλεται η σχέση του με το σώμα του, με το βλέμμα του άλλου, με τη θέση του μέσα στην ομάδα. Βρίσκεται σε μια περίοδο δόμησης της ταυτότητάς του. Όλα μπορεί να φέρουν άγχος, το οποίο το ζητούμενο είναι ο έφηβος να το αντέξει και όχι να το εξαφανίσει σε μια οθόνη».
Κλείνοντας, ο κ. Μακρής υπογράμμισε τον ρόλο που πρέπει να αναλάβουν εκπαιδευτικοί και γονείς για να στηρίξουν τα παιδιά: «Δεν θα ‘πετάξουμε’ το παιδί μέσα στην ομάδα λέγοντάς του ‘τώρα κοινωνικοποιήσου’. Για ένα πιο ευάλωτο παιδί χρειάζονται μικρές και ασφαλείς γέφυρες. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να το φέρει πιο κοντά σε ένα ή δύο παιδιά με τα οποία έχει κοινά ενδιαφέροντα, ενώ οι γονείς χρειάζεται να ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει όταν η οθόνη λείπει. Ο στόχος δεν είναι να στερήσουμε από το παιδί το πιθανό ‘καταφύγιό’ του, αλλά να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε να μην είναι αυτό το μοναδικό υποστήριγμα. Να μπορέσει να αντέξει λίγο περισσότερο το κενό, την αναμονή, την αμηχανία και την αβεβαιότητα της συνάντησης με τον άλλον. Γιατί μέσα σε αυτόν τον χώρο και διαμέσου του άγχους αρχίζει να αναδύεται κάτι που καμία οθόνη δεν μπορεί να προκατασκευάσει».
Πηγή: Newsbomb.gr



























