Ούτε ένα, ούτε δύο αλλά 126 άτομα περιλαμβάνονται στη δικογραφία για την υπόθεση της Pizza Fan.
Ο Κώστας Αντάρας, σύμφωνα με τα στοιχεία των Αρχών, αποτελούσε το αρχηγικό μέλος και τον βασικό συντονιστή. Αντιμέτωποι με βαρύ κατηγορητήριο βρίσκονται οι 23 συλληφθέντες στην υπόθεση της Pizza Fan, καθώς σε βάρος τους ασκήθηκε ποινική δίωξη για σειρά κακουργημάτων. Οι διώξεις αφορούν, κατά περίπτωση, τη συγκρότηση, ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης, τη φοροδιαφυγή που υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ, μέσω της μη απόδοσης ΦΠΑ και της υποβολής ανακριβών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, καθώς και την άμεση συνέργεια στις συγκεκριμένες πράξεις. Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνεται, επίσης, η ιδιαίτερα διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
To ιστορικό της υπόθεσης
Όσον αφορά στο ιστορικό της υπόθεσης, διερευνήθηκε το περιεχόμενο καταγγελίας που αφορά Εγκληματική Οργάνωση σύμφωνα με την οποία το σύνολο των καταστημάτων franchise με την επωνυμία PIZZA FAN, αλλά και τα εταιρικά καταστήματα, που ανήκουν στην προαναφερόμενη εταιρεία, δήλωναν τους εργαζόμενους σε αυτά για μικρότερη χρονική διάρκεια από αυτή που εργάζονταν στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα να πληρώνουν λιγότερες ασφαλιστικές εισφορές.
Επιπλέον, διερευνήθηκε το σκέλος της καταγγελίας ότι μέρος της κερδοφορίας των καταστημάτων του συνόλου του δικτύου της εταιρείας προκύπτει από τη μερική μη απόδοση Φ.Π.Α. Προκειμένου να γίνει αυτό εφικτό, υπήρχε η δυνατότητα στο σύστημα λήψης των παραγγελιών, που διενεργούσαν οι πελάτες είτε τηλεφωνικά είτε μέσω του site της εταιρείας, να μπορεί να εκτελείται η παραγγελία χωρίς να εκδίδεται η νόμιμη απόδειξη, μέσω ειδικού αλγορίθμου. Το ποσοστό των νόμιμων αποδείξεων που δεν εκδίδονταν είναι περίπου 20%, ενώ με την επίβλεψη όλου αυτού του συστήματος ήταν επιφορτισμένο το λογιστήριο της προαναφερόμενης εταιρείας.
Πώς γίνονταν οι παραγγελίες
Το κεντρικό σύστημα παραγγελιοληψίας διαχειριζόταν η εταιρεία με την επωνυμία «ΦΑΝΑΤΙΚΣ ΠΙΤΣΑ ΕΠΕ» η οποία προωθούσε εν συνεχεία τις παραγγελίες στο αντίστοιχο κατάστημα βάσει διεύθυνσης εξυπηρέτησης. Η παραγγελία τότε εμφανιζόταν και στο σύστημα παραγγελιοληψίας του αντίστοιχου καταστήματος, προκειμένου να εκτελεστεί. Όταν μια παραγγελία είχε ολοκληρωθεί ο εκάστοτε υπάλληλος – ταμίας του καταστήματος πατούσε πάνω σε αυτή και του δίνονταν τρείς επιλογές:
α) έκδοση απόδειξης για πληρωμή με μετρητά,
β) έκδοση απόδειξης για πληρωμή μέσω κάρτας και
γ) ακύρωση παραγγελίας.
Αυτές ήταν οι προκαθορισμένες επιλογές του συστήματος, ενώ για κάποιες παραγγελίες, δινόταν μια πρόσθετη δυνατότητα η οποία ονομαζόταν «κέρασμα-απόδειξη». Τα κριτήρια στα οποία βασιζόταν η παραμετροποίηση του παράνομου μηχανισμού, ο οποίος προέβαινε, μέσω ειδικού αλγορίθμου, σε επέμβαση (παραβίαση) στο σύστημα παραγγελιοληψίας και έκδοσης αποδείξεων μέσω παρόχου, προκειμένου να εμφανίσει τη δυνατότητα «κεράσματος» με συνέπεια την μη έκδοση απόδειξης είναι:
α) το ύψος της παραγγελίας (μέχρι 40€),
β) ο τρόπος πληρωμής (μετρητά - κάρτα) και
γ) ο τρόπος παράδοσης της παραγγελίας (delivery ή take away).
Οι παραγγελίες για τις οποίες δεν εκδιδόταν απόδειξη καταγράφονταν και παρέμεναν στο κεντρικό σύστημα, ώστε να μπορεί η οργάνωση να παρακολουθεί τον συνολικό τζίρο των franchise καταστημάτων και να γνωρίζει και να διανέμει ανάλογα τα κέρδη από την παράνομη αυτή δραστηριότητα. Επίσης οι παραγγελίες που αφορούν το εκάστοτε κατάστημα παρέμεναν καταγεγραμμένες σε αυτό, τουλάχιστον έως το κλείσιμο της ημέρας, ώστε να μπορεί να συμφωνεί το ταμείο της ημέρας του.
Η ζημία του Δημοσίου
Η οικονομική ζημία που υπέστη το Ελληνικό Δημόσιο σε διαφυγόντες φόρους (ΦΠΑ και Εισόδημα) από τη δράση της οργάνωσης υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα τριάντα πέντε εκατομμύρια ευρώ (€35.000.000,00), με την αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη να υπολογίζεται ότι ξεπερνά τα εκατόν σαράντα εκατομμύρια ευρώ (€140.000.000,00).
Πηγή: newsbomb.gr




























