Τα «απόνερα» της υπόθεσης του «Χωριάτικου» φέρνουν πλέον στο μικροσκόπιο και τη φορολογική διοίκηση, καθώς η έρευνα για τις δραστηριότητες του επιχειρηματία Άγγελου Γιαννακόπουλου αποκτά νέες διαστάσεις. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ενδεχόμενη εμπλοκή εφοριακών σε παράνομες δραστηριότητες, ο τρόπος με τον οποίο διενεργήθηκαν οι φορολογικοί έλεγχοι στο δίκτυο των επιχειρήσεων που συνδέονται με τον επιχειρηματία, αλλά και η αποτελεσματικότητα των μηχανισμών εσωτερικής εποπτείας της ΑΑΔΕ.
Οι σημερινές αποκαλύψεις του Documento για περισσότερους από 25 υπαλλήλους της ΑΑΔΕ, τα ονόματα των οποίων φέρονται να περιλαμβάνονται σε λίστα χρηματισμού που βρέθηκε στο γραφείο της λογίστριας του Άγγελου Γιαννακόπουλου, καθιστούν αναγκαία τη διερεύνηση όχι μόνο πιθανών ατομικών ποινικών ευθυνών, αλλά και του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι φορολογικοί έλεγχοι στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις.
Το βασικό ερώτημα που τίθεται για την εισαγγελική έρευνα είναι εάν υπήρξαν εφοριακοί που γνώριζαν τις παράνομες δραστηριότητες, αλλά δεν τις κατέγραψαν, εάν απέφυγαν να πραγματοποιήσουν τους προβλεπόμενους ελέγχους ή εάν συνέβαλαν ενεργά στη συγκάλυψη φορολογικών παραβάσεων.
Για να απαντηθεί, είναι αναγκαίο να αναζητηθεί το πλήρες ιστορικό των ελέγχων στις εταιρείες που συνδέονται με το ερευνώμενο κύκλωμα. Ποιοι υπάλληλοι ανέλαβαν τους ελέγχους; Ποιοι προϊστάμενοι ενέκριναν τα πορίσματά τους; Ποιες παραβάσεις διαπιστώθηκαν και ποιες δεν καταγράφηκαν; Υπήρξαν υποθέσεις που έκλεισαν χωρίς καταλογισμούς, παρά την ύπαρξη ενδείξεων φοροδιαφυγής;
Κυρίως, όμως, πρέπει να διαπιστωθεί εάν τα στοιχεία που αποκάλυψε εκ των υστέρων η αστυνομική έρευνα μπορούσαν να είχαν εντοπιστεί από τις αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
Η σύγκριση των παλαιότερων φορολογικών πορισμάτων με τα ευρήματα της ΕΛ.ΑΣ. μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Μπορεί να αναδείξει περιπτώσεις ανεπαρκών ελέγχων, αλλά και ενδεχόμενες σκόπιμες παραλείψεις, εφόσον αυτές τεκμηριωθούν.
Η έρευνα, ωστόσο, δεν θα πρέπει να περιοριστεί στους εφοριακούς που ενδεχομένως συνδέονται με το κύκλωμα. Εξίσου κρίσιμο είναι να εξεταστεί πώς λειτούργησε η ίδια η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΑΑΔΕ, η υπηρεσία που έχει ως βασική αποστολή να εντοπίζει και να διερευνά περιστατικά διαφθοράς εντός της φορολογικής διοίκησης.
Η συγκεκριμένη διεύθυνση υπάγεται απευθείας στο Διοικητή της ΑΑΔΕ Γιώργο Πιτσιλή και διαθέτει αρμοδιότητες διερεύνησης πειθαρχικών και ποινικών παραβάσεων, καθώς και ελέγχου της περιουσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
Επομένως, τίθεται το ερώτημα εάν είχαν περιέλθει στην υπηρεσία πληροφορίες, καταγγελίες ή ενδείξεις για ύποπτες σχέσεις εφοριακών με τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις. Εάν είχαν υπάρξει τέτοιες πληροφορίες, θα πρέπει να εξεταστεί πώς αξιολογήθηκαν, εάν εκδόθηκαν εντολές ελέγχου και ποια ήταν τα αποτελέσματά τους. Εάν δεν είχαν υπάρξει, ανακύπτει το ζήτημα της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών πρόληψης και εντοπισμού της διαφθοράς.
Σημασία έχει και ο έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των υπαλλήλων που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση. Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει αναλυτικές διασταυρώσεις τραπεζικών καταθέσεων, εισοδημάτων, ακινήτων, επενδύσεων και δαπανών διαβίωσης, ακόμη και για τα μέλη των οικογενειών τους. Μάλιστα, απόφαση του Γιώργου Πιτσιλή που δημοσιεύθηκε πέρυσι τον Νοέμβριο προβλέπει ρητά τη δυνατότητα επανελέγχου περιουσιακής κατάστασης σε περιπτώσεις δωροδοκίας ή σύμπραξης ελεγκτή με φορολογούμενο για τον περιορισμό φορολογικών οφειλών.
Συνεπώς, η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων διαθέτει θεσμικά εργαλεία για να διερευνήσει πιθανό παράνομο πλουτισμό. Το ερώτημα είναι εάν και πότε τα αξιοποίησε.
Η παρέμβαση Πιτσιλή και τα αναπάντητα ερωτήματα
Η χθεσινή εντολή του Διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή, να ζητηθούν στοιχεία από την αστυνομία και τις ανακριτικές αρχές αποτελεί την πρώτη δημοσιοποιημένη αντίδραση της φορολογικής διοίκησης στις συγκεκριμένες αποκαλύψεις. Ωστόσο, το γεγονός ότι η πρωτοβουλία εκδηλώθηκε μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων δημιουργεί ερωτήματα.
Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι. Η ύπαρξη ενός ονόματος σε μια λίστα δεν αρκεί για να αποδειχθεί δωροδοκία. Χρειάζεται να εξακριβωθεί η γνησιότητα και η σημασία των καταχωρίσεων, καθώς και εάν υπάρχουν χρηματικές συναλλαγές ή άλλες αποδείξεις που συνδέουν συγκεκριμένους υπαλλήλους με παράνομες πράξεις.
Αν όμως αποδειχθεί ότι υπήρχαν ενδείξεις που αγνοήθηκαν ή έλεγχοι που δεν πραγματοποιήθηκαν όπως έπρεπε, η υπόθεση του «Χωριάτικου» δεν θα αφορά μόνο το κύκλωμα φοροδιαφυγής του Άγγελου Γιαννακόπουλου. Θα αφορά και την αξιοπιστία των ίδιων των μηχανισμών που – θεωρητικά- είχαν αναλάβει την καταπολέμησή του.
Πηγή: dnews.gr

























