Συνάντησαν την ηλικιωμένη έξω από το σπίτι της, τη ρώτησαν αν είναι η μητέρα του ανθρώπου για τον οποίο φαίνεται πως είχαν συγκεντρώσει στοιχεία και όταν πήραν καταφατική απάντηση της είπαν πως εργάζονται σε μια εταιρία με την οποία συνεργάζεται ο γιος της, ζητώντας της να τους δώσει το παραπάνω ποσό.
Η ηλικιωμένη τους πρότεινε να πάνε στο χώρο εργασίας του γιου της και να μιλήσουν μαζί του. Εκείνοι με το πρόσχημα της βιασύνης ζήτησαν το τηλέφωνο του γιου της γυναίκας για να «συνεννοηθούν». Προσποιήθηκε ο ένας εξ αυτών ότι μιλά μαζί του και επέστρεψε στο σπίτι πλέον της ηλικιωμένης για να της πει πως έπρεπε με βάση στη υποτιθέμενη συνεννόηση που προηγήθηκε να δώσει τα χρήματα. Τα πήραν, επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητό τους και τράπηκαν σε φυγή προς άγνωστη κατεύθυνση.

















