Ο υπουργός Παιδείας θα ενημερώσει όλους τους αρχηγούς των κομμάτων, καθώς γνωρίζει ότι το σχέδιο αυτό θα δεχτεί αντιδράσεις, όχι τόσο από την πανεπιστημιακή κοινότητα όσο από τοπικούς φορείς και παράγοντες αλλά και από βουλευτές.
Στην κατάργηση τμημάτων και σχολών, βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο σχετίζονται τα γνωστικά τους αντικείμενα με τις αναπτυξιακές ανάγκες της τοπικής κοινωνίας.
Το συγκεκριμένο κριτήριο αφορά κυρίως σχολές της περιφέρειας, οι οποίες θα σηκώσουν το... βάρος των συγχωνεύσεων κατά 80%.
Σε ερώτηση που είχαμε θέσει επ’ αυτού στον κ. Καπλάνη, μας είχε απαντήσει χαρακτηριστικά, πως το «να εξοπλίσεις δέκα αίθουσες με υπολογιστές, δεν σημαίνει πως έχεις ένα ΤΕΙ που συνδέεται με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας.» Υπαινίχθη επίσης ότι η τοπική οικονομία στην Ηλεία είχε ανάγκη από άλλου είδους σχολές ( υπενθυμίζουμε ότι παλαιότερη δική του πρόταση αποτελούσε η ίδρυση σχολής γεωργικής κατεύθυνσης, πρόταση η οποία ωστόσο δεν εισακούσθηκε ).
Ακόμα και για το Τμήμα Μουσειολογίας του Πύργου που αποτελεί το μοναδικό στη χώρα, αντέταξε ότι «δεν στηρίχθηκε ώστε να αναπτυχθεί όσο και όπως θα έπρεπε».
«Οι σχολές της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, θα πρέπει να γίνουν ανταγωνιστικές, σε σχέση με τα προγράμματα και τις σπουδές που παρέχουν αντίστοιχες των υπόλοιπων Ευρωπαϊκών χωρών και αυτό απλά σημαίνει ότι δεν μπορεί να λειτουργούμε ένα τμήμα σε κάθε κωμόπολη», κατά τον πρόεδρο του ΑΤΕΙ Πατρών.
Συμπέρασμα; Καμιά αντίδραση δεν θα πρέπει να περιμένουμε, σε περίπτωση που τα τμήματα του ΤΕΙ σε Πύργο και Αμαλιάδα, είναι από τα …προτεινόμενα. Από την άλλη πλευρά δεν βλέπουμε επίσης καμιά κινητικότητα, κανένα ενδιαφέρον από τοπικούς παράγοντες έστω για λόγους επικοινωνιακούς , για την τύχη των τριών τμημάτων του ΤΕΙ που λειτουργούν στην Ηλεία.
Τα κριτήρια που θέτει το υπουργείο, για τις συγχωνεύσεις τμημάτων μεταξύ άλλων είναι : Το μέγεθος των Ιδρυμάτων.
H αναλογία φοιτητών - διδασκόντων.
H διασπορά των τμημάτων ανά ΑΕΙ - ΤΕΙ κ.ά.
Η ερευνητική δραστηριότητα και η διεθνής αναγνώριση των Ιδρυμάτων.
Κατά πόσον οι εγκαταστάσεις των Ιδρυμάτων (αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες, εργαστήρια κ.λπ.) επαρκούν για το σύνολο των φοιτητών.
Φυσικά σε καμιά των περιπτώσεων δεν εξετάζεται το ποιος ευθύνεται, τόσο για τη «διασπορά» των Ιδρυμάτων, όσο για την έλλειψη διδακτικού προσωπικού, εγκαταστάσεων κλπ.
Με βάσει όλα τα προαναφερόμενα, τα μόνα στοιχεία που πιθανά συνηγορούν υπέρ της διατήρησης των σχολών στο νομό μας, είναι η ελκυστικότητα των γνωστικών αντικειμένων τους, καθώς και το γεγονός ότι μέχρι σήμερα, καλύπτονται όλες οι θέσεις εισακτέων.

















