Μόνο με θαύμα μπορεί να παρομοιαστεί η δυνατότητα του μέσου πολίτη στην Ηλεία του Μνημονίου και της μεγάλης ύφεσης να επιβιώνει μέσα σ’ αυτό το πεδίο άγριας λιτότητας και οικονομικής δυσπραγίας, που αντί να βελτιώνεται, οξύνεται όλο και πιο πολύ.
Σύμφωνα με τις πιο ήπιες εκτιμήσεις, το κόστος ζωής στο νομό μας είναι αρκετά πιο πάνω από τις αποδοχές της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών, με αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να κόβουν βασικά αγαθά από το τραπέζι τους, με ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει για την διαβίωσή τους.
Με αφορμή την δημοσιοποίηση πρόσφατα της μεγάλης έρευνας της Γενικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου, όπου φαίνεται ότι σχεδόν τα μισά νοικοκυριά της χώρας δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα, η «Πρωινή» προχώρησε σε μια διερεύνηση δεδομένων σε τοπικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, έγινε μια έρευνα με καταγραφή τιμών βασικών καταναλωτικών αγαθών, εκείνων που επιτρέπουν στον πολίτη να ζήσει αξιοπρεπώς, όπως επίσης και τις τιμές βασικών υπηρεσιών που έχει δικαίωμα κάθε πολίτης να απολαμβάνει σε μια ευνομούμενη πολιτεία.
«Ορμητήριο» για την έρευνα, το Παρατηρητήριο Τιμών του υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, όπου μπορεί ο καθένας να βρει τιμές σε όλες σχεδόν τις περιοχές της χώρας. Με βάση τα δεδομένα που προκύπτουν, το κατώτατο κόστος ζωής για μια τυπική τετραμελή οικογένεια με δύο παιδιά που πηγαίνουν σχολείο και κάνουν φροντιστήρια, με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις, δεν είναι λιγότερο από 1450 ευρώ το μήνα! Φυσικά, αν τα παιδιά είναι φοιτητές εκτός Ηλείας, το κόστος «εκτοξεύεται» τουλάχιστο στις 2.000 ευρώ μηνιαίως.
«Με την ψυχή στο στόμα»…
Για τέτοιου είδους οικογενειακές δαπάνες, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει ισόποσο μηνιαίο εισόδημα στην οικογένεια. Όμως, με τις δραματικές μειώσεις των αποδοχών δημοσίων υπαλλήλων, τους «μισθούς πείνας» στον ιδιωτικό τομέα, την πτώση του τζίρου στο λιανικό εμπόριο, την τραγική κατάσταση στον αγροτικό τομέα, αλλά κυρίως με την πρωτοφανή άνοδο του ποσοστού των ανέργων, τέτοια έσοδα αποτελούν όνειρο θερινής νυκτός για τη συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών του νομού. Το αποτέλεσμα της ανέχειας είναι οι δραστικές περικοπές ακόμη και σε είδη διατροφής, όπως και η επιλογή φτηνότερων προϊόντων που δεν είναι απαραίτητα και ποιοτικά: το φρέσκο γάλα αντικαθίσταται με γάλα κονσέρβα, το κρέας περιορίζεται σε ένα γεύμα την εβδομάδα, προτιμούνται τροφές λιγότερο ακριβές, όπως όσπρια, ζυμαρικά, λαχανικά, σπορέλαια, ενώ περιορίζονται ή εξαλείφονται εντελώς είδη δεύτερης προτεραιότητας (γλυκίσματα, ροφήματα, σνακ, σαλάτες κλπ).
Το μοντέλο οικογένειας που συνθέσαμε, στα πλαίσια της έρευνας, είναι μια τετραμελής οικογένεια με τον πατέρα να εργάζεται στο Δημόσιο (περίπτωση που πλέον θεωρείται προνομιακή), τη μητέρα να ασχολείται με τα οικιακά, τον γιο να πηγαίνει στο Λύκειο και την κόρη στο Γυμνάσιο. Ένας μέσος μισθός δημοσίου υπαλλήλου, μετά τις «μνημονιακές» περικοπές, δεν υπερβαίνει πλέον τα 1.200 ευρώ καθαρά τον μήνα, ποσό που δεν επιτρέπει περιττές δαπάνες. Όμως το σύνολο των βασικών δαπανών, αυτών που απλά επιτρέπουν σε μια οικογένεια να ζήσει, υπολογίστηκε στα 1.455 ευρώ, δηλαδή 255 ευρώ πάνω από τα έσοδα του σπιτιού! Αυτό σημαίνει ότι κάποιες από αυτές τις βασικές δαπάνες θα πρέπει να κοπούν, αν δεν υπάρχει κάποιο άλλο πρόσθετο έσοδο για να τις καλύψει.
Να μην στερηθούν τα παιδιά…
Υπό αυτές τις συνθήκες, το πρώτο πράγμα που ο κάθε οικογενειάρχης προσπαθεί να μην στερήσει από τα παιδιά του είναι το φροντιστήριο. Στο γράφημα διαπιστώνουμε ότι το σύνολο των δαπανών για στέγη, σούπερ μάρκετ και δίδακτρα αγγίζει το 80%. Στην Ηλεία οι τιμές των ετήσιων διδάκτρων στα φροντιστήρια, ανάλογα και με τα προσφερόμενα προγράμματα, σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Τιμών, κυμαίνονται από 500-1350 ευρώ για Γυμνάσιο και 1500-3000 ευρώ για Λύκειο. Στο σχετικό γράφημα παραπλεύρως έχουμε υπολογίσει την μηνιαία αναλογία μιας μέσης τιμής διδάκτρων και για τα δύο παιδιά, για παρακολούθηση ενός μόνο μαθήματος για το κάθε παιδί.
Αντίστοιχα είναι και τα δίδακτρα για μια ξένη γλώσσα, όπου στην Ηλεία έχουμε τιμές για τα Αγγλικά από 500-1500 ευρώ, ανάλογα με την τάξη και το πρόγραμμα. Σε μικρότερες πόλεις ή χωριά μπορεί κανείς να βρει ακόμη πιο χαμηλές τιμές, ενώ οι ιδιοκτήτες φροντιστηρίων στις περισσότερες περιπτώσεις προσφέρουν βελτιωμένες από τις αναγραφόμενες τιμές, σε συνεννόηση με τους γονείς. Πάντως η δυσκολία εκατοντάδων γονιών να ανταποκριθούν στις υποστηρικτικές μαθησιακές ανάγκες των παιδιών τους φαίνεται και από την αποδοχή που γνωρίζει το Κοινωνικό Φροντιστήριο στον Πύργο, μια πρωτοβουλία – ανάσα για οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα.
«Και από πού να κόψουμε;»
Στον υπολογισμό του κόστους διαβίωσης καθοριστικό δεδομένο είναι το κόστος στέγης, (ενοίκιο ή δόσεις στεγαστικού δανείου). Αν δεν υπάρχει μηνιαία δαπάνη στέγης, είναι μια βαθιά ανάσα για την οικογένεια, καθώς αποτελεί το 25-30% του κόστους ζωής. Τα βασικά είδη σούπερ μάρκετ τα υπολογίσαμε στα 350 ευρώ μηνιαίως (24%) με τις κατώτερες ή μεσαίες τιμές προϊόντων (Παρατηρητήριο Τιμών), ενώ για ρεύμα, κοινόχρηστα, τηλέφωνα, βενζίνες και τσιγάρα (ο ένας στους δύο Έλληνες καπνίζουν), πήραμε τις πλέον συντηρητικές εκδοχές δαπανών (γράφημα).
Δεν συμπεριλάβαμε δαπάνες για υγεία, ένδυση, οικιακό εξοπλισμό, ψυχαγωγία, κοινωνικές υποχρεώσεις, εξωσχολικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες (ωδεία, αθλητισμός) έξοδα συντήρησης ΙΧ, όπως και ειδικές εισφορές (χαράτσι). Υπάρχουν πολίτες που αδυνατούν να κάνουν κάποιες ιατρικές εξετάσεις, πέραν των παρεχόμενων από την ασφάλισή τους. Η αγορά ρούχων έγινε πλέον επιλογή δεύτερης ανάγκης ενώ πολλοί είναι εκείνοι που αποφεύγουν να κάνουν χιλιόμετρα με το ΙΧ για να γλιτώνουν καύσιμα και δαπάνες συντήρησης. Όμως, με δεδομένο ότι ένας μισθός δεν επαρκεί ούτε για τα απαραίτητα, πολλά νοικοκυριά είναι αναγκασμένα να κόβουν και απ’ αυτά.





















