Ενδιαφέρουσα εκδήλωση του Συλλόγου γονέων του 3ου Λυκείου Πύργου «Pierre de Coubertin για τον ενδοσχολικό εκφοβισμό
Ρεπορτάζ Ελένη ΠαπαδοπούλουΤο φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού αποτελεί μορφή επιθετικής συμπεριφοράς που εμφανίζεται στο σχολείο, με σοβαρές επιπτώσεις για την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού και του εφήβου, καθώς επίσης και για τη διαδικασία της μάθησης και δυστυχώς συναντάται συχνά τα τελευταία χρόνια στα σχολεία και της πρωτοβάθμιας και κυρίως της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Αυτό τονίστηκε χθες κατά την διάρκεια της ενδιαφέρουσας εκδήλωσης που διοργάνωσε ο Σύλλογος Γονέων και κηδεμόνων του 3ου Λυκείου Πύργου «Pierre de Coubertin” που παρακολούθησαν αρκετοί γονείς όπως και ο προϊστάμενος ης Δ/νσης Υγείας της ΠΕ Ηλείας, καθώς την ενημέρωση έκαναν ειδικοί επιστήμονες της υπηρεσίας που έχουν προσληφθεί με τα πεντάμηνα. Όπως τόνισε ο πρόεδρος του Συλλόγου γονέων κ. Ανδρέας Αθανασιάδης, το θέμα του σχολικού εκφοβισμού στέκεται απειλητικά πάνω από τα σχολεία και έχει πάρει σε πολλές περιπτώσεις επικίνδυνες διαστάσεις.
Αρχικά, δόθηκε από τους κοινωνιολόγους της Δ/νσης Υγείας, ο ορισμός του σχολικού εκφοβισμού που συνίσταται στην εσκεμμένη, συστηματική και επαναλαμβανόμενη βίαιη και επιθετική συμπεριφορά ενός μαθητή σε έναν άλλον, με σκοπό την επιβολή και πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου του τελευταίου. Επιπρόσθετα, η σχέση μεταξύ αυτού που εκφοβίζει και αυτού που εκφοβίζεται χαρακτηρίζεται από μία ασυμμετρία δύναμης, για παράδειγμα το άτομο μπορεί να είναι (ανάλογα με την ηλικία) μεγαλύτερο, ψηλότερο, δυνατότερο, καλύτερο στις μαθησιακές επιδόσεις, πιο δημοφιλές κ.λπ. Σε περιστατικά εκφοβισμού συχνά υπάρχουν και παρατηρητές που είτε παρακολουθούν σιωπηρά, είτε παρεμβαίνουν, παίρνοντας το μέρος αυτού που εκφοβίζει, ή του θύματος. Όπως τονίστηκε για να χαρακτηριστεί ένα περιστατικό ως σχολικός εκφοβισμός που έχει διαφορά από την βίαιη συμπεριφορά, είναι ότι πρέπει να είναι από τον δράστη επαναλαμβανόμενο. Δηλαδή ο σχολικός εκφοβισμός συμβαίνει όταν κάποιος μαθητής ή μαθήτρια χρησιμοποιεί επανειλημμένα τη δύναμη του/της, για να προκαλέσει σωματικό η ψυχικό πόνο σε κάποιο άλλο παιδί.
Όπως αναφέρθηκε, οι μορφές σχολικού εκφοβισμού είναι είτε λεκτικές ( ένα παιδί απειλεί, βρίζει, κοροϊδεύει) είτε σωματικές ( άσκηση βίας κατ’ επανάληψη_ που είναι και οι χειρότερες.
Το θέμα ωστόσο είναι το πώς ο γονιός από την μια και ο εκπαιδευτικός από την άλλη, θα αντιμετωπίσουν ένα παιδί που είτε υποψιάζονται ότι έχει πέσει θύμα σχολικού εκφοβισμού, είτε έχει ήδη καταγγελθεί, κάτι βέβαια που δεν συμβαίνει συχνά γιατί τα παιδιά – θύματα φοβούνται να το καταγγείλουν. Από την πλευρά τους οι εκπαιδευτικοί οφείλουν μεταξύ άλλων να αξιολογούν την συχνότητα εμφάνισης του εκφοβισμού στο χώρο του σχολείου τους, να αυξάνουν την εποπτεία στα μέρη που συμβαίνουν τέτοια περιστατικά και να διοργανώνουν υποστηρικτικές δράσεις και πρωτοβουλίες στην πρόληψη του εκφοβισμού με τη συνεργασία μαθητών, γονέων, εκπαιδευτικών και του λοιπού προσωπικού του σχολείου.
Τέλος, τα παιδιά που εκφοβίζονται συχνά δεν το λένε στους γονείς τους γιατί μπορεί να φοβούνται, να ντρέπονται ή να πιστεύουν ότι κανένας δεν μπορεί να τα βοηθήσε, γι αυτό και οι γονείς με την πρώτη υποψία οφείλουν να μιλήσουν στο παιδί τους, να του δείξουν ότι το εμπιστεύονται και να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή του, να το ενισχύσουν συναισθηματικά και να το ακούσουν με προσοχή, να το συμβουλέψουν καλώντας το να μιλήσει για την δυσάρεστη εμπειρία που είχε, γιατί αν δεν μιλήσει και αποδείξει ότι φοβάται, θα πρέπει να καταλάβει ότι ο σχολικός εκφοβισμός δεν αντιμετωπίζεται χωρίς την βοήθειά του.



















