«Η 3η Δεκεμβρίου κάθε έτους είναι παγκόσμια ημέρα των ατόμων με αναπηρία, σύμφωνα και με την 4788η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.
Το ερώτημα όμως που γεννιέται από τη θέσπιση αυτής της παγκόσμιας ημέρας «συμπόνιας» για τα άτομα με αναπηρία είναι, αν χρειάζεται μία συγκεκριμένη μέρα του χρόνου για να εκφράζουμε τη συμπαράστασή μας στα άτομα με αναπηρία. Αξίζουν φροντίδα και στήριξη μόνο τη συγκεκριμένη μέρα τελικά , γιατί μόνο για είκοσι τέσσερις ώρες μπορούμε όλοι μας να φορέσουμε τη στολή της συμπάθειας και της κατανόησης;
Αυτό που έχουμε καταλάβει εμείς, τα άτομα με αναπηρία και οι οικογένειες τους είναι ότι την αναπηρία, αυτοί που δεν την έχουν, τη θυμούνται κάθε 3 Δεκέμβρη. Αυτοί όμως που την έχουν, την αντιμετωπίζουν κάθε μέρα, όχι με λόγια , αλλά με κουράγιο και θέληση για ζωή.
Για μας η μέρα αυτή δεν είναι γιορτή. Είναι η μέρα που θα φωνάξουμε πιο δυνατά από τις άλλες μέρες, είναι η μέρα που θα διεκδικήσουμε πιο δυνατά τα δικαιώματα μας, είναι η μέρα που θα προσπαθήσουμε ακόμα περισσότερο να βγάλουμε τον μανδύα του αόρατου από πάνω μας, αφού έτσι προτιμά να μας βλέπει η κοινωνία μας. Αφού δεν μπορεί να μας προσφέρει τα αυτονόητα, υποκρίνεται ότι δε μας βλέπει. Την 3η Δεκεμβρίου παίρνουμε απλά ακόμα μια ευκαιρία να φωτίσουμε το δικαίωμα μας για μια ισότιμη θέση στην κοινωνία, για σεβασμό της διαφορετικότητας , για εξάλειψη της περιθωριοποίησης του «διαφορετικού».
Σήμερα ο αναπηρικός πληθυσμός ξεπερνάει το 12% του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά παρόλαυτά τα άτομα με αναπηρία εξακολουθούν να είναι αόρατα, όχι γιατί δεν υπάρχουν φυσικά, αλλά γιατί η κοινωνία μας, εμείς οι ίδιοι, εσείς, οι διπλανοί μας, όλοι μας, συνεχίζουμε να κρατάμε μια στάση απέναντι τους από αντιφατική έως τελείως απορριπτική.
Συνεχίζουμε να παραβιάζουμε τα δικαιώματα τους.
Συνεχίζουμε να αναφερόμαστε στα άτομα με αναπηρία με αίσθημα λύπησης.
Συνεχίζουμε να μιλάμε με στοιχεία κοινωνικού ρατσισμού.
Συνεχίζουμε να περιθωριοποιούμε.
Συνεχίζουμε να αγνοούμε.
Παρόλο που η Ελληνική πολιτεία είχε ίσως κάποτε την καλή πρόθεση να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια και στήριξη στα άτομα με αναπηρία τελικά έμεινε μόνο στην πρόθεση και όχι στην ουσία.
Δεν κατάφερε να εξαλείψει τη διάκριση και την περιθωριοποίηση του «διαφορετικού» γιατί της έλειψε η συντονισμένη και εντατικοποιημένη δράση.
Τα αυτονόητα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία έγιναν τελικά ένα πεδίο διαπραγμάτευσης από τους φορείς που τους εκπροσωπούν , φτάνοντας σήμερα να μιλάμε για διεκδίκηση θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων , όπως οι ίσες ευκαιρίες, η ελεύθερη πρόσβαση, η ισότιμη συμμετοχή στους θεσμούς, η αυτόνομη διαβίωση, το δικαίωμα στην εκπαίδευση.
Θα ευχόμουν μια μέρα η Πολιτεία μας να ρίξει έστω την ελάχιστη προσοχή της στα άτομα με αναπηρία και να διεκδικήσει η ίδια τα δικαιώματα των πολιτών της , έχουν ή δεν έχουν αναπηρία, μην αφήνοντας αυτό το έργο στη φιλότιμη και εθελοντική προσπάθεια των φορέων αναπηρίας στη χώρα μας.
Η πολιτεία πρέπει να θυμάται το Σύνταγμα μας όχι κατά περίπτωση , αλλά σε κάθε περίπτωση, και φυσικά να μην χρειάζεται να θυμίζουμε εμείς τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία όταν αυτά καταπατούνται.
Είναι δικαίωμα και διεκδικούμε ίσες ευκαιρίες.
Είναι δικαίωμα και διεκδικούμε ελεύθερη πρόσβαση.
Είναι δικαίωμα και διεκδικούμε ισότιμη συμμετοχή στους θεσμούς.
Είναι δικαίωμα και διεκδικούμε αυτόνομη διαβίωση.
Είναι δικαίωμα και διεκδικούμε πολιτικές που στοχεύουν στη μέριμνα, στην υποστήριξη και φροντίδα ευπαθών κοινωνικών ομάδων, στην παροχή υπηρεσιών υγείας και την προαγωγή ψυχικής υγείας, στη δημιουργία κέντρων αγωγής υγείας, στην υποστήριξη και αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρία.
Όμως πέρασε η εποχή που πιστεύαμε σε ευχολόγια και αρκούμασταν σε λόγια που έμεναν πάντα υποσχέσεις. Σήμερα ζητάμε πράξεις και αυτές τις πράξεις δε θέλουμε πια να τις επαιτούμε. Έχει έρθει η ώρα να τις απαιτούμε , έχει έρθει η ώρα να περάσουμε στα έργα.
Απαιτούμε η Πολιτεία να μας δίνει το χώρο που μας ανήκει, να μην καταργεί το κράτος- πρόνοιας , να δουλεύει ασταμάτητα για τη δημιουργία μίας κοινωνίας πιο δίκαιης, ισότιμης, λιγότερο ρατσιστικής και προκατειλημμένης, να προωθεί το μήνυμα ότι αυτός ο κόσμος φτιάχτηκε το ίδιο για όλους.
Δε ζητάμε το παραπάνω, ζητάμε αυτό που μας ανήκει και μας το στέρησαν , ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στο όνομα της χρηματοοικονομικής κρίσης , με τις μεγάλες αλλαγές που γίνονται στον τομέα της πρόνοιας οι οποίες δείχνουν την αδυναμία της πολιτείας να προσφέρει ουσιαστική και συνεχή φροντίδα στο χώρο της κοινωνικής πολιτικής της.
Δεν μπορεί όμως η αδράνεια και η αδιαφορία της πολιτείας να βασίζεται στο επιχείρημα ότι η αποτελεσματική πρόνοια στοιχίζει και στη σημερινή εποχή δεν έχουμε τη δυνατότητα για τέτοιες παροχές.
Τώρα , ακόμα και την έσχατη ώρα, η Πολιτεία πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι οφείλει, έστω υπό το καθεστώς της οικονομικής κρίσης να διαφυλάξει τα κεκτημένα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του συνόλου του πληθυσμού και ιδιαίτερα αυτά των ευπαθών ομάδων.
Η Πολιτεία μας έχει υποχρέωση να επιδείξει ένα πρόσωπο περισσότερο ανθρώπινο και αλληλέγγυο παρά ένα τεχνοκρατικό και ωφελιμιστικό.
Για τα άτομα με αναπηρία δεν είναι μόνο οι δρόμοι που κάνουν τη ζωή απροσπέλαστη. Η ζωή γίνεται απροσπέλαστη όταν όλοι εμείς κλείνουμε τα μάτια στο πρόβλημα, καταπατάμε τα αναφαίρετα και κατοχυρωμένα δικαιώματα τους, αρνούμαστε να δεχτούμε το διαφορετικό και το περιθωριοποιούμε.
Αυτό που ζητάω σήμερα είναι να ανοίξουμε όλοι τα μάτια μας και να κοιτάξουμε στο πρόσωπο τα άτομα με αναπηρία. Να τα δούμε με τη ματιά των συνανθρώπων τους, αυτών που ζουν δίπλα τους σε αυτή την μικρή κοινωνία , αυτών που μπορούν να συμβάλλουν ώστε να υπάρχει λιγότερος ρατσισμός και περισσότερη ισότητα.
Αυτό που ζητάω σήμερα είναι τα άτομα με αναπηρία να αποκτήσουν τη δική τους ταυτότητα σε αυτή την κοινωνία και να μην χρειάζονται χείρα βοηθείας για να ζουν αξιοπρεπώς και αυτόνομα.
Αυτό που ζητάω σήμερα είναι να τους κοιτάξουμε στα μάτια και να αναρωτηθούμε : «Μήπως ο Γιάννης, η Μαρία, η Βασιλική, ο Νίκος ζουν μια απροσπέλαστη ζωή γιατί εγώ τους βάζω εμπόδια;».
Ιωάννης Παπαδάτος, πρόεδρος Νομαρχιακού Συλλόγου Γονέων, Κηδεμόνων και ΑμΕΑ «Ηλις»






















