Υπάρχουν φωνές που δεν ξεχνιούνται. Φωνές που γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας, που συντροφεύουν, συγκινούν και ταξιδεύουν τους ακροατές μέσα από τα ερτζιανά. Μία από αυτές είναι και η φωνή του Ηλείου Γιώργου Μητρόπουλου, του ανθρώπου που για δεκαετίες άφησε στο ελληνικό ραδιόφωνο και στο Τρίτο Πρόγραμμα ανεξίτηλο το δικό του σημάδι.
Από το μικρό χωριό Πόθος της Ηλείας, μέχρι τα στούντιο του Τρίτου Προγράμματος, η πορεία του ήταν γεμάτη από τυχαίες αλλά καθοριστικές συναντήσεις—με σημαντικότερη εκείνη με τον Μάνο Χατζιδάκι. Ο ίδιος μοιράστηκε πρόσφατα μια νοσταλγική ανάρτηση για το πρώτο του ραδιόφωνο, την παιδική του ηλικία και τις συγκυρίες που τον έφεραν πίσω από το μικρόφωνο.
Μια εξομολόγηση γεμάτη εικόνες, μνήμες και συναισθήματα, που αξίζει να διαβαστεί:
Ακολουθεί αυτούσια η ανάρτηση του Γιώργου Μητρόπουλου
Τό πρώτο μου ραδιόφωνο.
Μεγάλωσα σ ένα μικρό χωριό κοντά στην Ολυμπία, στον Πόθο, δεκαετία '60 στο χωριό υπήρχε ένα γραμμόφωνο τής γιαγιάς Σωτήρος αλλά περνούσαν καί πολλές τοπικές ζυγιες, στο πανηγύρι του Αγίου Δημητρίου, στα γαμήλια γλέντια καί σέ άλλες ευκαιρίες , κάποια καλοκαίρια μ έστελναν διακοπές στην Αθήνα στόν αδερφό του πατέρα μου τό θείο Δημήτρη πού έμενε στην Αγία Παρασκευή που τότε ήταν χωράφια και εξοχικές κατοικίες, στο σπίτι υπήρχε ένα ραδιόφωνο καί ήταν ανοιχτό διαρκώς, μου φαινόταν μαγικό πράγμα τότε.
Θά ήμουν οκτώ χρόνων όταν ένα μεσημέρι ό παππούς μου μου είπε νά πάω νά ποτίσω το ένα απ' τά δύο άλογα τής οικογένειας καί επειδή ήταν ξεσέλωτο μου είπε σέ έντονο τόνο νά μήν ανέβω γιατί θά με ρίξει το άλογο καί θά χτυπήσω, μόλις έστριψα από τήν αυλή του μπάρμπα Θοδωρή μ ένα σάλτο ανέβηκα στο άλογο, φτάσαμε στη βρύση του χωριού ό Τσίλης ήπιε νερό τού σκιασμού καί πήρε το δρόμο για το σπίτι, δίπλα από το δρόμο έπαιζαν στόν κήπο τους οι ξαδέρφες μου, πιάσαμε την κουβέντα καί δεν είχα τό νου μου στο δρόμο, ξαφνικά το άλογο σκόνταψε καί εγώ βρέθηκα με γδούπο στο δρόμο, άνοιξα το κεφάλι μου και το αίμα έτρεχε ποτάμι, περπάτησα με το άλογο μέχρι το σπίτι, στο μεταξύ με βλέπει ή θεία Ασήμω καί βάζει τίς φωνές, Θεώνη το παιδί σακατεύτηκε βγαίνει ή μάνα μου από το κατώι καί μόλις με βλέπει μες τά αίματα λιποθυμάει, ό παππούς μου πιάνει μια πετσέτα μου δένει το κεφάλι, σελωνει το άλογο καί με πάει στο γιατρό στου Λάλα, αφού έραψε το τραύμα, άκουσα να λέει τού γέρου, έχει χάσει πολύ αίμα νά μείνει ξάπλα μια δυο μέρες.
Τήν άλλη μέρα πρωί πρωί ό πατέρας μου ετοιμάστηκε να πάει στόν Πύργο για κάποια δουλειά, λόγω τής κατάστασης μου με ρώτησε, τί θες νά σού φέρω από τον Πύργο, αυθόρμητα τού είπα, θέλω να μου πάρεις ένα ράδιο.
Όντως το μεσημέρι γύρισε καί μου έφερε ένα ραδιόφωνο με μπαταρίες.
Τό ραδιόφωνο έγινε μόνιμη παρέα στο σπίτι στην παρέα στα χωράφια στα πρόβατα, ήταν μόνιμα στη συχνότητα του ραδιοφωνικού σταθμού Πύργου που έπαιζε δημοτικά ρεμπέτικα καί πολλά λαϊκά τραγούδια όπου ανάμεσα στα τραγούδια μια ερωτική γυναικεία φωνή διάβαζε αφιερώσεις ακροατών.
Ή αλήθεια είναι πώς υπήρξε γόνιμη ή σχέση μου με το ραδιοφωνάκι αλλά ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ή ιδέα νά βρεθώ πίσω από το μικρόφωνο του, αλλά ή ζωή μου υπήρξε μια αλληλουχία εξαιρετικών συμπτώσεων, μια απ' αυτές τις συμπτώσεις καί ή καθοριστική ήταν ή συνάντηση μου με το Μάνο Χατζιδάκι το 1974 στο Φλόκα τής πανεπιστημίου, όπου εργαζόμουν, όταν βρέθηκα στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική. Δυο χρόνια μετά ό Μάνος με κάλεσε στην παραγωγική ομάδα του Τρίτου προγράμματος και μου ανέθεσε τήν καθημερινή εκπομπή τό Ελληνικό τραγούδι στο Τρίτο, κι αυτό ήταν μόνο η αρχή της ραδιοφωνικής μου διαδρομής για σχεδόν μισό αιώνα.


























