Παρά τις συνεχείς ενημερωτικές εκστρατείες για το bullying , τις σχολικές δράσεις και τα μηνύματα ευαισθητοποίησης, το ερώτημα παραμένει: γιατί τα παιδιά εξακολουθούν να μη μιλούν; Γιατί κλείνονται στον εαυτό τους, είτε όταν βιώνουν εκφοβισμό είτε όταν τον ασκούν; Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του σχολικού εκφοβισμού, ο ψυχίατρος παιδιών και εφήβων Γιώργος Σωτηρόπουλος επιχειρεί να φωτίσει τη βαθύτερη ψυχική διεργασία πίσω από τη σιωπή. Και η απάντησή του μετατοπίζει το κέντρο βάρους από το σχολείο… στο σπίτι.
Η σιωπή του θύτη και η σιωπή του θύματος
Όπως εξηγεί, ο θύτης δεν μιλά γιατί γνωρίζει ότι η πράξη του είναι απαγορευμένη. Το θύμα, όμως, σωπαίνει για έναν διαφορετικό, και συχνά πιο σύνθετο λόγο που έχει πάντα ως σημείο αναφοράς τους γονείς του.
«Έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί δεν μιλά ένα παιδί, είτε είναι ο θύτης είτε το θύμα. Εννοείται ότι ο θύτης δεν μιλά, γιατί αντικειμενικά γνωρίζει ότι αυτό που έκανε δεν επιτρέπεται. Ενώ το θύμα μπορεί να μην μιλά, γιατί συνήθως προστατεύει τους γονείς από κάτι. Δηλαδή, όλα ξεκινάνε από το σπίτι, ανεξάρτητα με το πώς διαχειρίζεται το παιδί στη δική του «μικρή» κοινωνία, του σχολείου ή της γειτονιάς. Το πώς φέρεται ένα παιδί έξω, έχει να κάνει με το πώς αισθάνεται και το τί έχει εισπράξει μέσα στο σπίτι» δηλώνει στο ilialive.gr ο κ. Σωτηρόπουλος, και συνεχίζει: «Όταν λοιπόν δεν αντιδρά, πάει να πει ότι τιμωρεί κάτι μέσα του γιατί δεν μπορεί να τιμωρήσει ενδεχομένως τον γονιό με τον οποίο έχει παράπονο. Δηλαδή το παιδί δεν νιώθει άνετα στο σπίτι του να εκφράσει αυτό που το ενοχλεί και το εκτονώνει με το να θυματοποιείται το ίδιο. Επίσης το παιδί νιώθει ενοχή και, μετά αυτό, επειδή δεν το αντέχει, το μετατρέπει στο να ξανακάνει την ίδια συμπεριφορά αν είναι θύτης αλλά να νιώθει και ντροπή αν είναι θύμα και να μην το εκφράσει γιατί ακριβώς φοβάται ότι θα εκθέσει κάτι που έχει να κάνει με τους γονείς του».
Τα παιδιά «μπαίνουν σε θέσεις»
Ο κ. Σωτηρόπουλος επισημαίνει «Όλα τα παιδιά είναι θύματα», υπογραμμίζοντας πως οι ρόλοι συχνά εναλλάσσονται. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα παιδί μπορεί να «μπει» στη θέση του θύματος γιατί κάτι κερδίζει από αυτόν τον ρόλο, όπως προσοχή, αναγνώριση, αίσθηση σημασίας. Σε μια εποχή όπου οι γονείς ανησυχούν διαρκώς μήπως το παιδί τους είναι θύμα, ο ρόλος αυτός μπορεί άθελά τους να ενισχύεται.
«Ξεκινάμε από μια βάση, ότι όλα τα παιδιά είναι θύματα. Κανένα παιδί δεν είναι μόνο θύτης. Ασχολούμαστε περισσότερο με το θύμα βέβαια, γιατί έχει μεγαλύτερη «γοητεία». Πολλές φορές λοιπόν ένα παιδί μπορεί να μπει στη θέση του θύματος, για να κερδίσει κάτι. Και αυτό έχει να κάνει, γιατί, αν έχετε παρατηρήσει, οι περισσότεροι γονείς έχουν ένα μόνιμο άγχος πόσο θύμα είναι το δικό τους παιδί… Έχουμε δώσει ένα «όπλο» στα παιδιά να νιώθουν σημαντικά μέσα από το ότι έγιναν θύματα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει παραμέληση στο σπίτι και το παιδί δεν νιώθει σημαντικό στο χώρο του».
Ο κ. Σωτηρόπουλος καυτηριάζει την υπερ-προβολή του εκφοβισμού ως φαινόμενο χωρίς την ενίσχυση της ουσιαστικής γονεϊκής ωριμότητας. «Έχει γίνει πολύ μεγάλη ζημιά τα τελευταία χρόνια. Έχει γίνει μεγάλο θέμα ο εκφοβισμός και το έχουμε «διαφημίσει», αντί να βοηθήσουμε τους γονείς να είναι πιο ώριμοι και πιο ουσιαστικοί στη φροντίδα του εαυτού τους, της σχέσης τους και κατ’ επέκταση στην ανατροφή των παιδιών. Οι γονείς έχουν μεγάλη δύναμη στο πώς διαμορφώνεται το «εγώ» του παιδιού. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε και όχι σε προγράμματα που απλά μιλάνε «δεξιά και αριστερά» στα σχολεία» καταλήγει.



























