Ρομά, πρόσφυγες, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, γυναίκες θύματα βίας, θύματα εμπορίας ανθρώπων και άτομα που αντιμετωπίζουν πολλαπλές μορφές ευαλωτότητας βρίσκονται στο επίκεντρο της νέας έρευνας για την ισότητα και τις διακρίσεις στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας. Η νέα μελέτη του Περιφερειακού Παρατηρητηρίου Κοινωνικής Ένταξης καταγράφει τα εμπόδια που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ευάλωτες κοινωνικές ομάδες στην πρόσβαση σε εργασία, κοινωνικές υπηρεσίες και δικαιώματα, τις αδυναμίες του υφιστάμενου συστήματος κοινωνικής προστασίας και καταθέτει σειρά προτάσεων αντιμετώπισης και εξάλειψης των διακρίσεων
Η έρευνα αποτυπώνει ζητήματα ισότητας, κοινωνικού αποκλεισμού και διακρίσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, στις πολλαπλές μορφές ευαλωτότητας και στα εμπόδια πρόσβασης σε κοινωνικά δικαιώματα και υπηρεσίες. Παράλληλα, αναδεικνύει ανάγκες και προτείνει άξονες πολιτικής για ισχυρότερες κοινωνικές υπηρεσίες, καλύτερη συνεργασία των φορέων, άρση των εμποδίων πρόσβασης και αποτελεσματικότερες πολιτικές κοινωνικής ένταξης και ισότητας.
Ποιες ομάδες δέχονται τις μεγαλύτερες διακρίσεις
Στην κορυφή της κοινωνικής απόστασης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των συμμετεχόντων στην έρευνα, βρίσκονται οι Ρομά, ενώ ακολουθούν οι πρόσφυγες και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα. Οι γυναίκες Ρομά καταγράφονται ως η ομάδα που εκτιμάται ότι αντιμετωπίζει τα πιο σύνθετα εμπόδια, ενώ υψηλά στην ίδια κατηγορία βρίσκονται οι μετανάστριες και οι γυναίκες πρόσφυγες που είναι θύματα έμφυλης βίας, τα άτομα με αναπηρία που ανήκουν παράλληλα σε μειονότητα, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα προσφυγικής καταγωγής και τα θύματα εμπορίας ανθρώπων χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα.
Η έρευνα δείχνει, δηλαδή, ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται πάντοτε σε ένα μόνο χαρακτηριστικό. Φύλο, καταγωγή, αναπηρία, ηλικία, νομικό καθεστώς, σεξουαλικός προσανατολισμός, ταυτότητα φύλου και οικονομική κατάσταση μπορούν να λειτουργούν σωρευτικά, δημιουργώντας πολλαπλά και αλληλένδετα εμπόδια.
Ως προς τα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων, το 71,4% ήταν απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και το 28,6% κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου. Οι γυναίκες αντιπροσώπευαν το 85,7% του δείγματος, ενώ το 65,7% των συμμετεχόντων είχε γεννηθεί μεταξύ των ετών 1981 και 2000.
Τα στοιχεία αυτά περιγράφουν τη σύνθεση του δείγματος και το επαγγελματικό και δημογραφικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκαν οι απαντήσεις, χωρίς το μορφωτικό επίπεδο ή τα λοιπά χαρακτηριστικά να αποτελούν από μόνα τους κριτήριο αντιπροσωπευτικότητας ή μεθοδολογικής ποιότητας. Σε γενικό επίπεδο, το 17,1% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι διαπιστώνει γενικευμένες διακρίσεις εις βάρος ευάλωτων ομάδων στον άμεσο τομέα της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Η αναλυτικότερη εξέταση των επιμέρους πεδίων ανέδειξε, ωστόσο, διαφοροποιήσεις ως προς τις ομάδες και τους τομείς στους οποίους οι συμμετέχοντες εκτιμούσαν ότι εμφανίζονται εντονότερα εμπόδια και άνιση μεταχείριση.
Η εργασία και μορφωτικό επίπεδο το μεγαλύτερο πεδίο ανισότητας
Η απασχόληση και η δυσκολία εύρεσης εργασίας αναδεικνύεται ως το σημαντικότερο πεδίο εκδήλωσης διακρίσεων. Η έλλειψη σταθερής και αξιοπρεπούς απασχόλησης επηρεάζει το εισόδημα, τη δυνατότητα εξασφάλισης στέγης, την οικονομική ανεξαρτησία και, τελικά, τη δυνατότητα ενός ανθρώπου να απομακρυνθεί από συνθήκες βίας ή εκμετάλλευσης.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η κοινωνικοοικονομική ευαλωτότητα. Το χαμηλό εισόδημα και η μακροχρόνια ανεργία θεωρείται ότι επιβαρύνουν όχι μόνο την πρόσβαση στην εργασία και την κατάρτιση, αλλά και τη στέγαση, την υγεία, την εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη και ακόμη και βασικές τραπεζικές συναλλαγές. Ανάμεσα στους παράγοντες που λειτουργούν πολλαπλασιαστικά για τον κοινωνικό αποκλεισμό είναι το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, η μεγαλύτερη ηλικία, η αναπηρία, η μακροχρόνια ανεργία και η μονογονεϊκότητα.
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι ναι με τα δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα αλλά η πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες δεν είναι αυτονόητη. Ως συχνότερο εμπόδιο αναφέρεται η έλλειψη νομιμοποιητικών εγγράφων και οι δυσκολίες ταυτοποίησης.
Ακολουθούν η πολυπλοκότητα των διοικητικών διαδικασιών, οι πολλές απαιτήσεις σε δικαιολογητικά, τα γλωσσικά εμπόδια και η περιορισμένη πρόσβαση σε διερμηνεία και διαπολιτισμική διαμεσολάβηση.
Η έρευνα καταγράφει επίσης προκαταλήψεις, ρατσισμό και στερεοτυπική αντιμετώπιση. Συμπεριφορές που αποτρέπουν τα άτομα των παραπάνω κατηγοριών να ζητήσουν βοήθεια.
Διαφορετικά τα εμπόδια και οι ανάγκες ανά ομάδα
Για τις γυναίκες θύματα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, βασικό εμπόδιο αποτελεί η οικονομική εξάρτηση από τον κακοποιητή. Στα θύματα εμπορίας ανθρώπων, το βασικό πρόβλημα είναι συχνά ότι τα ίδια τα θύματα φοβούνται ή αδυνατούν να ζητήσουν βοήθεια. Για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, σημαντικό εμπόδιο αποτελεί ο φόβος αποκάλυψης της ταυτότητας ή του σεξουαλικού προσανατολισμού, ιδιαίτερα σε μικρότερες τοπικές κοινωνίες. Για τους Ρομά και τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς, η έρευνα αναδεικνύει την ανάγκη για περισσότερη κοινωνική και διαπολιτισμική διαμεσολάβηση, προσέγγιση μέσα στις ίδιες τις κοινότητες και ενίσχυση της σχολικής και εργασιακής ένταξης.
Αξίζει να αναφερθεί ότι η εικόνα των κοινωνικών υπηρεσιών δεν είναι συνολικά αρνητική. Αντίθετα, η συνεργασία των Κέντρων Κοινότητας με άλλους βασικούς φορείς αξιολογείται σε μεγάλο βαθμό ως καλή ή πολύ καλή, ενώ αρκετοί συμμετέχοντες θεωρούν ότι οι υπηρεσίες διαθέτουν ικανοποιητικό προσωπικό, εργαλεία και κατάρτιση.
Τι προτείνει η έρευνα
Στην κατεύθυνση αυτή, η μελέτη προτείνει ένα πλέγμα παρεμβάσεων που ξεκινά από την ενίσχυση των ίδιων των υπηρεσιών.
Πρώτη προτεραιότητα αποτελεί η συστηματική επιμόρφωση του προσωπικού σε ζητήματα διακρίσεων, έμφυλης βίας, εμπορίας ανθρώπων, διαπολιτισμικής επικοινωνίας, συμπεριληπτικής εξυπηρέτησης ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και πρόληψης της δευτερογενούς θυματοποίησης. Προτείνεται η ενίσχυση της στελέχωσης με διεπιστημονικό προσωπικό, όπως κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, νομικούς, συμβούλους απασχόλησης, διερμηνείς και διαπολιτισμικούς διαμεσολαβητές.
Κρίσιμο θεωρείται επίσης να δημιουργηθούν κοινά πρωτόκολλα συνεργασίας και παραπομπής, ώστε η διαχείριση ενός σύνθετου περιστατικού να μην εξαρτάται από προσωπικές επαφές μεταξύ επαγγελματιών. Οι διαδικασίες θα πρέπει να καθορίζουν με σαφήνεια ποιος φορέας αναλαμβάνει τι, μέσα σε ποιο χρονικό διάστημα και πώς παρακολουθείται η εξέλιξη κάθε υπόθεσης.
Η μελέτη εισηγείται ακόμη κινητές μονάδες και υπηρεσίες προσέγγισης, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες και αγροτικές περιοχές, καθώς και περισσότερη διερμηνεία, διαπολιτισμική διαμεσολάβηση και απλούστερα ενημερωτικά εργαλεία σε διαφορετικές γλώσσες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται, τέλος, στη συστηματική καταγραφή των περιστατικών διακρίσεων και των εμποδίων πρόσβασης, ώστε η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας να διαθέτει πραγματικά δεδομένα για τον σχεδιασμό και την αξιολόγηση των πολιτικών της.
























