Έληξε το μαρτύριο του σκύλου που εντοπίστηκε σε άθλια κατάσταση στην Αρετή του Δήμου Ανδραβίδας-Κυλλήνης, μετά τον σοβαρό τραυματισμό του, ο οποίος εικάζεται ότι προήλθε από πυροβολισμό.
Το ζώο, που είχε εντοπιστεί βαριά τραυματισμένο, με την άνω και κάτω γνάθο να έχουν διαλυθεί και γεμάτο αίματα, έδινε μάχη για να κρατηθεί στη ζωή. Ωστόσο, η μεγάλη καθυστέρηση που καταγγέλλεται ότι μεσολάβησε μέχρι να μεταφερθεί στον κτηνίατρο ευθύνης παρατείναν το βασανιστήριό του.
Ο σκύλος μεταφέρθηκε τελικά στον συμβεβλημένο κτηνίατρο στο Μεσολόγγι, φτάνοντας εκεί χθες, περίπου στις 12 τα μεσάνυχτα. Όμως, δεν πρόλαβε να μπει καν στο κτηνιατρείο. Σύμφωνα με πληροφορίες, το άτυχο ζώο ξεψύχησε έξω από την πόρτα του κτηνιατρείου, έχοντας ήδη υποστεί αφόρητους πόνους και έχοντας ταλαιπωρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
"Έφυγε" μόνο του, μετά από ένα μαρτύριο
Η εικόνα που περιγράφεται είναι συγκλονιστική. Ένα πλάσμα βαριά τραυματισμένο, φοβισμένο και σε κατάσταση εξαιρετικά σοβαρή, παρέμεινε ζωντανό μέσα στον πόνο, για μέρες.
Από την στιγμή που εντοπίστηκε όμως χάθηκε πολύτιμος χρόνος.
Όταν η κατάσταση ενός ζώου είναι εμφανώς μη αναστρέψιμη κάθε ώρα και κάθε λεπτό μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό. Και στην προκειμένη περίπτωση, το ζητούμενο δεν ήταν μόνο η διάσωσή του, αλλά και η απαλλαγή του από ένα μαρτύριο που, όπως φαίνεται, ήταν ήδη αφόρητο.
Και μετά τον θάνατο, νέα ερωτήματα
Μετά την κατάληξή του, το σκυλάκι μεταφέρθηκε πίσω στην Ηλεία και τάφηκε, χωρίς σύμφωνα με τις καταγγελίες, να έχει προηγηθεί νεκροψία, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο της διαδικασίας για μια υπόθεση στην οποία υπάρχει συγκεκριμένη δικογραφία.
Όταν διευκρινίστηκε ότι εκκρεμεί δικογραφία και ότι είναι απαραίτητο να διερευνηθούν οι συνθήκες θανάτου του ζώου, έγινε εκταφή.
Ακολούθησε μια ακόμη δύσκολη και ψυχοφθόρα διαδικασία. Το ζώο παρέμεινε νεκρό μέχρι σήμερα το απόγευμα στο σπίτι της προέδρου της Φιλοζωικής Λεχαινών «Rea & Friends», Άντας Παναγιωτοπούλου, όπου το παρέλαβε στη συνέχεια και πάλι ο περισυλλογέας προκειμένου να το μεταφέρει στο Μεσολόγγι και να προχωρήσει εκεί η διαδικασία της νεκροψίας και να διασφαλιστεί ότι θα διερευνηθούν τα αίτια και οι συνθήκες του θανάτου του.
Ποιος θα δώσει απαντήσεις;
Η συγκεκριμένη υπόθεση αφήνει πίσω της πολλά ερωτήματα που δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα.
Γιατί χρειάστηκε να περάσει τόσος χρόνος μέχρι να μεταφερθεί το βαριά τραυματισμένο ζώο στον κτηνίατρο;
Γιατί, ενώ η κατάσταση του σκύλου ήταν τόσο σοβαρή, δεν υπήρξε άμεση κινητοποίηση ώστε να αντιμετωπιστεί το συντομότερο δυνατό ο πόνος και η ταλαιπωρία του;
Και κυρίως, γιατί από τη στιγμή που υπήρχε δικογραφία, δεν ακολουθήθηκε εξαρχής η προβλεπόμενη διαδικασία μετά τον θάνατό του, ώστε να γίνει η απαραίτητη νεκροψία πριν από την ταφή;
Είναι ερωτήματα που αφορούν όχι μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται περιστατικά βαριάς κακοποίησης ζώων.
Γιατί μπορεί το άτυχο ζώο να μην άντεξε και να «έφυγε» μόνο του έξω από το κτηνιατρείο, όμως η υπόθεσή του δεν πρέπει να τελειώσει εκεί.




























