Eξέλιξη με σαφές πολιτικό και γεωστρατηγικό βάρος αποτελεί η απόφαση της τουρκικής πολιτικής ηγεσίας να προχωρήσει σε κατάθεση νομοσχεδίου που θα ενσωματώνει στην τουρκική εσωτερική έννομη τάξη τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ανεξάρτητα από το ποια θα είναι η τελική μορφή του νομοθετήματος, η ίδια η πρόθεση της τουρκικής πλευράς να «θεσμοποιήσει» τις αμφισβητήσεις της απέναντι στην Ελλάδα δείχνει ότι η περίοδος των λεγόμενων «ήρεμων νερών» εισέρχεται σε μια νέα, πιο σύνθετη και δυνητικά πιο συγκρουσιακή φάση.
Στην Αθήνα, η κινητικότητα αυτή αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή. Η ελληνική πλευρά εκτιμά ότι δεν πρόκειται για μια απλή εσωτερική διοικητική ρύθμιση της Τουρκίας, αλλά για μια πολιτική και διπλωματική προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων, μέσω της εσωτερικής νομιμοποίησης των τουρκικών διεκδικήσεων. Σύμφωνα με όσα έχουν διαρρεύσει στον τουρκικό Τύπο και σε διεθνή πρακτορεία, το υπό επεξεργασία νομοσχέδιο θα αφορά στις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας της Τουρκίας, αποτυπώνοντας επίσημα τις τουρκικές θέσεις για υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ, χωρικά ύδατα, περιοχές έρευνας και διάσωσης (SAR), ακόμη και πεδία ασκήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ουσιαστικά, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει σε θεσμικό και νομικό πλαίσιο όσα επί χρόνια προβάλλει μέσα από τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η λογική αυτής της προσέγγισης είναι γνωστή: τα ελληνικά νησιά, ακόμη και μεγάλα νησιωτικά συμπλέγματα όπως αυτό του Καστελλορίζου, θεωρείται ότι δεν διαθέτουν πλήρη επήρεια σε θαλάσσιες ζώνες και περιορίζονται μόνο σε χωρικά ύδατα 6 ναυτικών μιλίων. Αυτή ακριβώς η αντίληψη αποτέλεσε τη βάση και για το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019, το οποίο η Αθήνα -όπως και η υπόλοιπη διεθνής κοινότητα- θεωρεί άκυρο και αντίθετο προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας.
Η χρονική συγκυρία έχει τη δική της σημασία. Η Τουρκία εμφανίζεται να απαντά σε μια σειρά ελληνικών κινήσεων των τελευταίων ετών, που ενίσχυσαν τη γεωπολιτική θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός που παρουσίασε η Αθήνα, τα σχέδια για θαλάσσια πάρκα, οι συμφωνίες ερευνών νοτίως της Κρήτης με την Chevron και την ExxonMobil, αλλά και η ευρύτερη ενεργειακή και αμυντική συνεργασία Ελλάδας- Κύπρου- Ισραήλ, αντιμετωπίζονται από την Άγκυρα ως κινήσεις που περιορίζουν τη δική της επιρροή στην περιοχή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι η Τουρκία δεν περιορίζεται πλέον μόνο στη ρητορική αμφισβήτηση. Τα τελευταία χρόνια ακολουθεί μια σταδιακή και μεθοδική στρατηγική κλιμάκωσης: πρώτα η καταγραφή των τουρκικών διεκδικήσεων στον ΟΗΕ, στη συνέχεια το τουρκολιβυκό μνημόνιο, αργότερα η χαρτογράφηση «οικοπέδων» για έρευνες της ΤΡΑΟ και τώρα η προγραμματισμένη θεσμική κατοχύρωση στο τουρκικό δικαιικό σύστημα, όλων αυτών μέσω νόμου.
Πρόκειται για μια διαδικασία οικοδόμησης ενός εσωτερικού «νομικού αφηγήματος», το οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να χρησιμοποιεί ως εργαλείο τόσο στη διεθνή διαπραγμάτευση όσο και στο εσωτερικό πολιτικό της ακροατήριο.
Αυτό έχει τη δική του, ξεχωριστή σημασία και για έναν ακόμη λόγο: η τουρκική κυβέρνηση δέχεται πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας από εθνικιστικούς κύκλους και από την αντιπολίτευση, κυρίως το κεμαλικό κόμμα CHP, το οποίο κατηγορεί τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν για «υποχωρητικότητα» απέναντι στην Ελλάδα. Σε αυτό το πλαίσιο, η σκλήρυνση της στάσης στο Αιγαίο λειτουργεί και ως εργαλείο εσωτερικής πολιτικής συσπείρωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί προειδοποίησε ανοιχτά Ελλάδα και Κύπρο για τη συνεργασία τους με Γαλλία και Ισραήλ, δηλώνοντας ότι η Τουρκία δεν θα αποδεχθεί «τετελεσμένα» εις βάρος της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Την ίδια στιγμή, η Αθήνα παρακολουθεί με προσοχή τις ισορροπίες στο εσωτερικό του τουρκικού συστήματος εξουσίας. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν πληροφορίες ότι ο Χακάν Φιντάν επιθυμεί να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Ελλάδα και να αποφευχθεί μια ανεξέλεγκτη κρίση. Από την άλλη όμως, το τουρκικό «βαθύ κράτος», αλλά και ο σκληρός εθνικιστικός πυρήνας του τουρκικού κατεστημένου, εμφανίζονται ολοένα πιο καχύποπτοι απέναντι στη στρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας.
Κομβικό σημείο σε αυτή την εξίσωση είναι η στενή συνεργασία Ελλάδας- Ισραήλ. Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι η χώρα μας ενισχύει σταθερά τις αποτρεπτικές της δυνατότητες μέσω ισραηλινής τεχνολογίας, anti-drone συστημάτων, αντιβαλλιστικών δυνατοτήτων και συνολικότερα μέσα από την ανάπτυξη της λεγόμενης «Ασπίδας του Αχιλλέα». Παράλληλα, η τριμερής συνεργασία Ελλάδας- Κύπρου- Ισραήλ στην ενέργεια και στην ασφάλεια, αντιμετωπίζεται από την τουρκική πλευρά ως ένας γεωπολιτικός άξονας που περιορίζει τις φιλοδοξίες της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Για την ελληνική πλευρά, πάντως, η βασική επιδίωξη παραμένει η διατήρηση της σταθερότητας χωρίς υποχώρηση από τις πάγιες εθνικές θέσεις. Η Αθήνα επιμένει ότι μοναδική διαφορά προς επίλυση είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Ταυτόχρονα, επιχειρεί να ενισχύσει το διεθνές της αποτύπωμα μέσω στρατηγικών συνεργασιών με ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ και αραβικές χώρες, αλλά και μέσω της αναβάθμισης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι πλέον οι ελληνοτουρκικές σχέσεις μοιάζουν να εισέρχονται σε μια περίοδο «ελεγχόμενης έντασης». Οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν ανοικτοί, όμως η ουσία των διαφορών όχι μόνο δεν έχει αμβλυνθεί, αλλά σε ορισμένα πεδία φαίνεται να βαθαίνει. Η Τουρκία, μετά την επανέναρξη των εκ μέρους της παραβιάσεων του ελληνικού εναέριου χώρου, επιχειρεί να κατοχυρώσει θεσμικά έναν αναθεωρητικό γεωπολιτικό σχεδιασμό, ενώ η Ελλάδα επενδύει στην αποτροπή, στις διεθνείς συμμαχίες και στη διπλωματική νομιμοποίηση των θέσεών της.
Υπό αυτή την έννοια, η νέα τουρκική πρωτοβουλία δεν σηματοδοτεί απαραίτητα μια άμεση κρίση. Δείχνει όμως καθαρά ότι η αντιπαράθεση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο περνά σε ένα νέο στάδιο: λιγότερο θορυβώδες ίσως από τις εντάσεις του 2020, αλλά βαθύτερο, πιο δομημένο και περισσότερο στρατηγικό. Και με άγνωστη κατάληξη!
Πηγή: imerisia.gr



























