Ορισμένοι από τους υψηλότερα ιστάμενους αξιωματούχους των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων υπεβλήθησαν σε τεστ πολυγράφου στο πλαίσιο ευρείας έρευνας για διαρροές, μετά τη δημοσιοποίηση από Μέσα ενημέρωσης άκρως ευαίσθητων διαβαθμισμένων πληροφοριών σχετικά με τα αποθέματα της χώρας σε προηγμένα οπλικά συστήματα, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που ενημερώθηκαν για την υπόθεση και μίλησαν στο CBS.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν εξοργισμένος με τις διαρροές, σύμφωνα με τρεις από τις πηγές, οι οποίες μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας. Πολύ περιορισμένος αριθμός ανθρώπων είχε πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες για τα πυρομαχικά και υπήρχαν ανησυχίες ότι κάποιος ενδεχομένως να λειτουργούσε ως πράκτορας υπηρεσίας πληροφοριών κράτους του εξωτερικού, όπως ανέφερε μία από τις πηγές.
Τα τεστ πολυγράφου αποτελούν συχνά μέρος της συνήθους διαδικασίας ελέγχου για ανώτατους στρατιωτικούς και πολιτικά πρόσωπα. Ωστόσο, αξιωματούχοι ανέφεραν ότι ο μεγάλος αριθμός ατόμων που κλήθηκαν να υποβληθούν σε εξέταση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν «εξαιρετικά ασυνήθιστος».
Δεκάδες άνθρωποι υπεβλήθησαν στα τεστ νωρίτερα αυτό το καλοκαίρι, μεταξύ των οποίων αξιωματούχοι της Κεντρικής Διοίκησης των Ηνωμένων Πολιτειών (CENTCOM), καθώς και άλλοι διοικητές μάχιμων διοικήσεων.
Οι ερωτήσεις του πολυγράφου κάλυπταν εις βάθος διάφορα ζητήματα που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια. Κανείς δεν απέτυχε στις ερωτήσεις που αφορούσαν το ενδεχόμενο διαρροής πληροφοριών προς τα Μέσα ενημέρωσης, σύμφωνα με δύο από τις πηγές.
Ο επικεφαλής εκπρόσωπος του Πενταγώνου, Σον Παρνέλ, τόνισε το βράδυ της Παρασκευής ότι «το υπουργείο δεν σχολιάζει εσωτερικά ζητήματα προσωπικού ή έρευνες, αλλά αντιμετωπίζει όλες τις διαρροές διαβαθμισμένων πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια με τη μέγιστη σοβαρότητα και διερευνά κάθε τέτοια υπόθεση. Η προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών είναι κρίσιμη για τη διασφάλιση της ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών και των στρατευμάτων μας που αναπτύσσονται σε όλο τον κόσμο».
Δεν συμμετείχαν όλοι οι ανώτατοι στρατιωτικοί αξιωματούχοι στη διαδικασία. Για παράδειγμα, ο επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Νταν Κέιν, δεν εξετάστηκε με πολυγράφο, σύμφωνα με ανώτερο αξιωματούχο του Πενταγώνου.
Το χρονικό της υπόθεσης
Τον Ιούλιο, ο υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, ανακοίνωσε ότι το Πεντάγωνο και το υπουργείο Δικαιοσύνης είχαν συγκροτήσει κοινή ειδική ομάδα για τον εντοπισμό και τη δίωξη ατόμων που θεωρούνταν ύποπτα για διαρροή ευαίσθητων κυβερνητικών πληροφοριών στον Τύπο, διευρύνοντας σημαντικά μία προσπάθεια που είχε ξεκινήσει στο γραφείο του.
Ο Χέγκσεθ έδωσε στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Πενταγώνου, υπό την ηγεσία του Ερλ Μάθιους, ευρείες αρμοδιότητες ώστε να απαιτεί πληροφορίες, αρχεία και συνδρομή στο πλαίσιο των ερευνών για διαρροές. Οι αξιωματούχοι και το προσωπικό του Πενταγώνου έλαβαν εντολή να δίνουν προτεραιότητα στα αιτήματα και να απαντούν εντός δύο ημερών.
«Όταν σημειώνεται σήμερα διαρροή πληροφοριών του υπουργείου, είναι κρίσιμο να παρέχουμε στο υπουργείο Δικαιοσύνης και σε άλλους εταίρους των ομοσπονδιακών υπηρεσιών επιβολής του νόμου –συμπεριλαμβανομένου του FBI– αξιοποιήσιμες πληροφορίες το συντομότερο δυνατό», είχε σημειώσει ο Χέγκσεθ κατά την ανακοίνωση της ειδικής ομάδας.
«Οι διαρροές πληροφοριών θέτουν ζωές σε κίνδυνο», προσέθεσε.
Η κίνηση αυτή ήρθε μερικές ημέρες μετά την κλήτευση από το υπουργείο Δικαιοσύνης αρκετών δημοσιογράφων των New York Times, στο πλαίσιο της έρευνας για δημοσιεύματα σχετικά με κενά ασφαλείας στο νέο Air Force One του Ντόναλντ Τραμπ, το οποίο είχε δωρηθεί από το Κατάρ.
Αργότερα, το υπουργείο Δικαιοσύνης απέσυρε τις κλητεύσεις για καταθέσεις ενώπιον σώματος ενόρκων και τηλεφωνικά αρχεία. Η απόφαση ελήφθη έπειτα από μία έντονη δικαστική ακρόαση, κατά την οποία ομοσπονδιακός δικαστής ζήτησε εξηγήσεις από τους εισαγγελείς σχετικά με τον λόγο που είχαν εκδώσει τις κλητεύσεις προτού προχωρήσουν σε περαιτέρω ερευνητικά βήματα, σύμφωνα με προηγούμενο ρεπορτάζ του CBS.
Τα τεστ πολυγράφου δεν είναι ασυνήθιστα για κυβερνητικούς αξιωματούχους που έχουν άδεια πρόσβασης σε άκρως απόρρητα αρχεία ή σε λεγόμενα «ειδικά προγράμματα πρόσβασης» (special access programs), τα οποία προβλέπουν ακόμη αυστηρότερους ελέγχους για ευαίσθητες πληροφορίες εθνικής ασφάλειας. Οι εξετάσεις πραγματοποιούνται ανά μερικά χρόνια, προκειμένου να επαναπιστοποιείται η άδεια πρόσβασης ενός ατόμου.
Η έκταση των τεστ που πραγματοποιήθηκαν αυτό το καλοκαίρι αποτελεί ένδειξη ότι βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα, σύμφωνα με αξιωματούχους που είναι αρμόδιοι για ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Το FBI δεν συμμετείχε στα συγκεκριμένα τεστ, σύμφωνα με αρκετά άτομα που γνωρίζουν την υπόθεση.
Ο αμερικανικός στρατός διαθέτει τους δικούς του ερευνητές.
Οι υπουργοί Άμυνας έχουν την εξουσία να διατάσσουν έρευνες αντικατασκοπείας, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν εξετάσεις με πολυγράφο. Ωστόσο, η ομοσπονδιακή νομοθεσία και οι κανονισμοί του Πενταγώνου επιβάλλουν και περιορισμούς ως προς το χρονικό πλαίσιο που μπορούν να χρησιμοποιούνται οι πολυγράφοι και απαιτούν συγκεκριμένες διαδικαστικές εγγυήσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το εξεταζόμενο άτομο πρέπει να συναινεί στη διαδικασία ή να ζητά εκείνο να υποβληθεί σε αυτήν.
Αυτό ισχύει και σε περιπτώσεις όπου οι ερευνητές προσπαθούν να διαλευκάνουν σοβαρά στοιχεία που έχουν προκύψει κατά τη διάρκεια έρευνας ασφαλείας, καθώς κι όταν κάποιος επιθυμεί να απαλλαγεί από καταγγελίες ή στοιχεία που προέκυψαν εις βάρος του, στο πλαίσιο μίας έρευνας.
Βάσει της νομοθεσίας, ο υπουργός Άμυνας υποχρεούται να διασφαλίζει ότι οι εξετάσεις με πολυγράφο χρησιμοποιούνται με «υπεύθυνο και αποτελεσματικό» τρόπο στο υπουργείο Άμυνας, ενώ, οφείλει επίσης να παρέχει στοιχεία στα αρμόδια όργανα του Κογκρέσου σχετικά με τη χρήση των πολυγράφων.
Για τον Χέγκσεθ, η τελευταία αυτή πρωτοβουλία δεν είναι η πρώτη φορά που καταφεύγει σε τεστ πολυγράφου λόγω ανησυχιών για διαρροές από το εσωτερικό του Πενταγώνου.
Μετά την απομάκρυνση του στρατηγού Τσαρλς Κουίντον Μπράουν, πρώην προέδρου του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, ο Χέγκσεθ φέρεται να είχε εξοργιστεί πέρυσι όταν διέρρευσαν στον Τύπο λεπτομέρειες σχετικά με προγραμματισμένη απόρρητη ενημέρωση για την Κίνα, η οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο Πεντάγωνο με τη συμμετοχή του Έλον Μασκ, σύμφωνα με τη Wall Street Journal.
Η εφημερίδα ανέφερε ότι ο Χέγκσεθ φώναξε στον ναύαρχο Κρίστοφερ Γκρέιντι, ο οποίος τότε εκτελούσε χρέη προέδρου του Γενικού Επιτελείου και απαίτησε αποδείξεις ότι εκείνος δεν ήταν η πηγή της διαρροής για την ενημέρωση της 21ης Μαρτίου 2025. Η εφημερίδα, επικαλούμενη δύο ανώνυμες πηγές που γνώριζαν το περιστατικό, ανέφερε ότι ο Χέγκσεθ φώναξε στον Γκρέιντι: «Θα σε βάλω σε έναν γαμ…νο πολυγράφο».
Ο Γκρέιντι δεν πέρασε ποτέ από πολυγράφο, ενώ ο Χέγκσεθ κατηγόρησε άλλους για τις διαρροές, μεταξύ των οποίων τον αντιστράτηγο Νταγκ Σιμς, ο οποίος υπηρετούσε ως διευθυντής του Γενικού Επιτελείου και είχε επίσης απειληθεί με εξέταση σε πολυγράφο, σύμφωνα με τη Journal.
Ο Χέγκσεθ αποφάσισε να μην προωθήσει τον Σιμς στον βαθμό του στρατηγού 4 αστέρων, σύμφωνα με τους Times. Ο Σιμς αποστρατεύθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο.
Πηγή: newsbomb.gr



























