Το δείγμα αποδείχθηκε ασυνήθιστα πλήρες. Μεταξύ άλλων, διατηρούνται σπόνδυλοι της ουράς, πλευρά, οστά των άκρων και των ποδιών, καθώς και ένα μηριαίο οστό μήκους 1,5 μέτρου. Οι παλαιοντολόγοι πιστεύουν ότι στο ίδιο σημείο μπορεί να υπάρχουν ακόμη περισσότερα οστά του ίδιου ζώου.

Η ονομασία του είδους παραπέμπει τόσο στο τοπίο της Maranhão όσο και στη γεωγραφία της περιοχής. Το «Daso» προέρχεται από το ελληνικό «δάσος», αναφορά στην πυκνή δασώδη βλάστηση, ενώ το «tocantinensis» προέρχεται από τον ποταμό Tocantins, καθώς τα απολιθώματα βρέθηκαν κοντά στην ανατολική όχθη του.

Τι μαθαίνουμε από την ανακάλυψη

Οι επιστήμονες μελέτησαν επίσης τη μικροσκοπική δομή των οστών. Η ανάλυση αποκάλυψε ένα πρότυπο ανάπτυξης που συνδυάζει χαρακτηριστικά παλαιότερων σαυρόποδων με γνωρίσματα των τιτανόσαυρων, ομάδας συγγενικής με το νέο είδος. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ορισμένοι μηχανισμοί ανάπτυξης και αναδιαμόρφωσης των οστών εμφανίστηκαν νωρίτερα στην εξέλιξη των δεινοσαύρων απ’ όσο θεωρούνταν έως σήμερα, κάτι που ίσως βοηθήσει να εξηγηθεί πώς ορισμένα σαυρόποδα έφθασαν σε τόσο τεράστια μεγέθη.

Η ανακάλυψη αναδεικνύει παράλληλα τον διπλό ρόλο των μεγάλων κατασκευαστικών έργων στην παλαιοντολογία. Από τη μία πλευρά μπορούν να καταστρέψουν απολιθωματοφόρα στρώματα, από την άλλη όμως αποκαλύπτουν πετρώματα που συχνά παραμένουν κρυμμένα κάτω από τη βλάστηση ή το έδαφος. Οι ερευνητές επισημαίνουν γι’ αυτό την ανάγκη στενότερης συνεργασίας μεταξύ κατασκευαστικών εταιρειών και επιστημονικών φορέων, ώστε τα έργα να προχωρούν χωρίς να χάνεται πολύτιμη παλαιοντολογική κληρονομιά.