Στο φόντο της όξυνσης της ρητορικής επιθετικότητας της Τουρκίας, η τελευταία εκδήλωση της οποίας έβαζε στο στόχαστρο την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου,  ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατύπωσε μια υπενθύμιση προς την Άγκυρα: «Μία χώρα που αντιμετωπίζει μία μεγάλη οικονομική κρίση δεν θέλει ταυτόχρονα να εμπλακεί και σε γεωπολιτικές περιπέτειες».

Πρόσθεσε μάλιστα: «Θα είχε ακόμα πιο δραματικές συνέπειες για το νόμισμά της, για τον πληθωρισμό, θα προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερη αστάθεια στην τουρκική οικονομία».

Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι δεν ανησυχεί ιδιαίτερα για την εκδήλωση ενός θερμού επεισοδίου. Στην ανάλυση του ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγησε: «Το casus belli είναι μία πραγματικότητα που μας συνοδεύει από το 1995 και καλά κάνουμε και σε κάθε ευκαιρία το επισημαίνουμε».

Ανέφερε όμως ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στο casus belli, «το πρόβλημα είναι η «Γαλάζια Πατρίδα» ως ένα αφήγημα προβολής κυριαρχίας το οποίο αμφισβητεί την Ελληνική κυριαρχία και τα Ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα».

«Έχουμε υψώσει γραμμές άμυνας διπλωματικές αλλά και στρατιωτικές. Έχουμε χτίσει συμμαχίες με πάρα πολύ μεγάλη ισχύ. Αναφέρομαι στην Ελληνογαλλική Συμφωνία, στη Συμφωνία με τις ΗΠΑ…».

Όπως διέγνωσε αυτό το πλέγμα συμμαχιών είναι φυσικό να προκαλεί μία νευρικότητα στην Τουρκία:

«Aλλά οι δικές μας συμμαχίες δεν στρέφονται κατά οποιουδήποτε. Θα το ξαναπώ: Ελλάδα και Τουρκία είμαστε γείτονες, θα είμαστε γείτονες για πάντα, είμαστε καταδικασμένοι από τη γεωγραφία να ζούμε μαζί και είναι στη χέρι της Τουρκίας να επιλέξει το δρόμο της συνεργασίας ή το δρόμο της έντασης. Είμαστε έτοιμοι και για τα δύο ενδεχόμενα, το έχουμε αποδείξει εξάλλου έμπρακτα», υπενθύμισε ο πρωθυπουργός.

Σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη η στάση της χώρας μας έναντι της Τουρκίας δεν έχει αλλάξει.

«Η πόρτα του διαλόγου και η δική μου προσωπική δυνατότητα να συνομιλήσω με τον Πρόεδρο Erdogan υπάρχει πάντα. Υπάρχουν σημεία και πεδία στα οποία και σήμερα συζητάμε, παραδείγματος χάρη η τουριστική συνεργασία. Υπάρχουν πεδία, δηλαδή, τα οποία μπορούμε να συζητήσουμε».

Και απηύθυνε ένα κάλεσμα προς την τουρκική ηγεσία: «Αλλά τουλάχιστον σε αυτά τα οποία διαφωνούμε να συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε πολιτισμένα, χωρίς ρητορικές εξάρσεις και χωρίς προβολές ισχύος οι οποίες τις πιο πολλές φορές, επιτρέψτε μου να πω, ενέχουν και ένα στοιχείο γραφικότητας αν όχι γελοιότητας».

Ταυτόχρονα όμως επισήμανε ότι την διαρκή υποχρέωση του: «...να ενισχύω -στo πλαίσιo των δημοσιονομικών μας δυνατοτήτων- την αποτρεπτική δυνατότητα της χώρας».

Δίνοντας το στίγμα του κυβερνητικού σχεδιασμού: «Έχουμε λοιπόν μία υποχρέωση, 10 χρόνια παρατημένες οι Ένοπλες Δυνάμεις ως απότοκο και της κρίσης, να τις θωρακίσουμε για τα επόμενα 30 χρόνια. Αυτές οι επενδύσεις δεν είναι επενδύσεις οι οποίες γίνονται με ορίζοντα μόνο την επόμενη τετραετία ή την επόμενη οκταετία».

Σε αυτό το πεδίο έκανε ειδική μνεία στην ενίσχυση του στόλου της Πολεμικής μας Αεροπορίας, με την ένταξη εντός των προσεχών ημερών των πρώτων Rafale:

«Σημαντικότατη προσθήκη η οποία μας δίνει μία, θα έλεγα, υπεροχή τουλάχιστον ως προς τον τύπο του αεροπλάνου αυτού σε σχέση με την γείτονα χώρα» σημείωσε χαρακτηριστικά.

Πρόσθεσε δε, ότι μετά την πρόοδο στο σημαντικότερο πρόγραμμα εξοπλισμού του Πολεμικού μας Ναυτικού, ότι αναμένονται σύντομα και άλλες ανακοινώσεις, φωτογραφίζοντας την κατάληξη των διαπραγματεύσεων για τις κορβέτες.

Πηγή: Cnn.gr