Οι γυναίκες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των συστημάτων Υγείας στην Ευρώπη, καλύπτοντας σχεδόν 8 στις 10 θέσεις εργασίας στον τομέα της υγείας και της φροντίδας. Η ισχυρή παρουσία τους, ωστόσοσ, δεν αποτυπώνεται στις αποδοχές τους: Αμείβονται κατά μέσο όρο 19% λιγότερο ανά ώρα από τους άνδρες συναδέλφους τους.
Αυτή τη μεγάλη αντίφαση αναδεικνύει νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), αποτυπώνοντας ένα μισθολογικό χάσμα που γίνεται ακόμη μεγαλύτερο στις υψηλότερα αμειβόμενες θέσεις. Παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες κυριαρχούν αριθμητικά στον κλάδο, αντιπροσωπεύουν μόλις το 55% των υψηλότερα αμειβόμενων εργαζομένων.
«Οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα των ανθρώπων που κρατούν σε λειτουργία τα συστήματα Υγείας της Ευρώπης, ωστόσο αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες συναδέλφους τους, μια διαφορά που σε βάθος χρόνου μεταφράζεται σε σημαντικές οικονομικές απώλειες», επισημαίνει η Natasha Azzopardi Muscat, διευθύντρια του Τμήματος Συστημάτων Υγείας του ΠΟΥ Ευρώπης.
Όσο αυξάνεται ο μισθός, μεγαλώνει και η ψαλίδα
Ο τομέας της υγείας και της φροντίδας αποτελεί τον τέταρτο μεγαλύτερο εργοδότη συνολικά και τον μεγαλύτερο εργοδότη γυναικών στην ευρωπαϊκή περιφέρεια του ΠΟΥ. Στους υπόλοιπους κλάδους οι γυναίκες αποτελούν συνολικά το 45% του εργατικού δυναμικού.
Η σημασία του συγκεκριμένου τομέα για τη γυναικεία απασχόληση είναι εντυπωσιακή: Σχεδόν το 17% όλων των εργαζόμενων γυναικών απασχολείται στην υγεία και τη φροντίδα, έναντι μόλις 5% των εργαζόμενων ανδρών.
Η μισθολογική ανισότητα, όμως, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Στις χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις η διαφορά στις ωριαίες αποδοχές ανδρών και γυναικών είναι περίπου 2%. Στην κορυφή της μισθολογικής κλίμακας ξεπερνά το 22%.
Το φαινόμενο ακολουθεί ένα ευρύτερο μοτίβο που καταγράφεται στην αγορά εργασίας: Οι ανισότητες εντείνονται όσο αυξάνονται οι αποδοχές και η επαγγελματική βαθμίδα.
Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Σε παγκόσμιο επίπεδο, σύμφωνα με την έκθεση, οι γυναίκες στον χώρο της υγείας αμείβονται κατά μέσο όρο 24% λιγότερο από τους άνδρες, διαφορά μεγαλύτερη από εκείνη που παρατηρείται σε πολλούς άλλους κλάδους.
Γιατί οι γυναίκες αμείβονται λιγότερο;
Ένα μέρος της διαφοράς μπορεί να εξηγηθεί από παράγοντες που σχετίζονται με την εργασία, όπως η ηλικία, η εκπαίδευση, η απασχόληση στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα και η πλήρης ή μερική απασχόληση.
Όταν οι ερευνητές συνυπολόγισαν αυτούς τους τέσσερις παράγοντες, η διαφορά στις ωριαίες αποδοχές περιορίστηκε από 19% σε 6%, ενώ στις μηνιαίες αποδοχές μειώθηκε από 28% σε 10%.
Παραμένει, ωστόσο, ένα μισθολογικό χάσμα το οποίο δεν μπορεί να εξηγηθεί από τους παράγοντες που εξετάστηκαν. «Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της διαφοράς δεν οφείλεται στο ότι οι γυναίκες εργάζονται λιγότερες ώρες, είναι νεότερες ή απασχολούνται σε διαφορετικά τμήματα του κλάδου», εξηγεί η Natasha Azzopardi Muscat. «Έχει να κάνει με το πώς ο κλάδος αποτιμά την εργασία των γυναικών. Η ηλικία, η εκπαίδευση, οι ώρες εργασίας και η απασχόληση στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα εξηγούν μόνο ένα μέρος της».
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, τα στοιχεία παραπέμπουν σε βαθύτερους διαρθρωτικούς παράγοντες: Από την υποτίμηση της εργασίας φροντίδας και τον επαγγελματικό διαχωρισμό έως ενδεχόμενες διακρίσεις στον τρόπο καθορισμού των αμοιβών.
Χαρακτηριστικό είναι ότι όσο μεγαλύτερη είναι η παρουσία των γυναικών σε μια επαγγελματική κατηγορία, τόσο χαμηλότερες τείνουν να είναι οι αμοιβές. Το μοτίβο καταγράφεται σε διοικητικές, επιστημονικές και τεχνικές θέσεις.
Στις διοικητικές θέσεις της υγείας και της φροντίδας, για παράδειγμα, απασχολούνται περισσότερες γυναίκες από ό,τι σε αντίστοιχες θέσεις άλλων κλάδων. Ωστόσο, η μέση αμοιβή είναι 22 ευρώ την ώρα, έναντι 24,70 ευρώ σε συγκρίσιμες διοικητικές θέσεις εκτός του τομέα.
Η ανισότητα που ακολουθεί τις γυναίκες μέχρι τη σύνταξη
Οι επιπτώσεις δεν σταματούν στον μηνιαίο μισθό. Ο ΠΟΥ χαρακτηρίζει το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων μία από τις πιο επίμονες μορφές ανισότητας στην αγορά εργασίας και προειδοποιεί ότι, λόγω του τεράστιου αριθμού γυναικών που εργάζονται στην υγεία και τη φροντίδα, οι συνέπειες είναι ευρύτερες.
Χαμηλότερες αποδοχές στη διάρκεια του εργασιακού βίου σημαίνουν χαμηλότερες συντάξεις και μικρότερη οικονομική ασφάλεια σε μεγαλύτερη ηλικία, ενώ μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο φτώχειας για τις γυναίκες, να περιορίσουν την οικονομική απόδοση της εκπαίδευσής τους και να επιβαρύνουν τη βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.
«Σημαίνει χαμηλότερες συντάξεις, μικρότερη οικονομική ασφάλεια στα γηρατειά και μεγαλύτερο κίνδυνο φτώχειας για τις γυναίκες που πέρασαν την επαγγελματική τους ζωή φροντίζοντας άλλους», τονίζει η Natasha Azzopardi Muscat. Και προσθέτει: «Δεν πρόκειται για σύμπτωση και δεν έχει να κάνει με τα προσόντα. Οι γυναίκες αμείβονται λιγότερο για την ίδια εργασία και παρακάμπτονται για τις θέσεις που πληρώνουν περισσότερο».
Για τον ΠΟΥ, επομένως, η γεφύρωση του μισθολογικού χάσματος δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ισότητας. Είναι και επένδυση σε ένα ισχυρότερο και περισσότερο βιώσιμο υγειονομικό προσωπικό.
Μεταξύ των παρεμβάσεων που προτείνονται είναι η μεγαλύτερη διαφάνεια στις αμοιβές, η ενίσχυση της εκπροσώπησης των γυναικών στις θέσεις λήψης αποφάσεων και η αντιμετώπιση των έμφυλων στερεοτύπων που εξακολουθούν να επηρεάζουν την επαγγελματική τους πορεία.
Πηγή: ygeiamou.gr





























