Του Θέμη Μαντά
Ήταν ένα συννεφιασμένο απόγευμα που δεν έμοιαζε με τα άλλα. 16 Μαΐου 1982. Τελευταία αγωνιστική στην Εθνική Ερασιτεχνική με αντίπαλο τον Πέλοπα Κιάτου στο γήπεδο του Βέλους Κορινθίας κι όμως για τον Πύργο εκείνη η μέρα έμελλε να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό παιχνίδι κι ένα φτωχό 0-0.
Ένα αποτέλεσμα που, στα χαρτιά, έμοιαζε φτωχό. Μα για τον Πανηλειακό ήταν ολόκληρος θρίαμβος. Ήταν τίτλος. Ήταν άνοδος στη Β’ Εθνική. Ήταν η στιγμή που μια ομάδα άφηνε πίσω της τα όρια της ερασιτεχνικής κατηγορίας και ανέβαινε, χωρίς μπαράζ, στη Β’ Εθνική.
Ήταν όμως και κάτι βαθύτερο. Ήταν μια δικαίωση.
Σαράντα τέσσερα χρόνια πέρασαν από τότε. Κι όμως, το αποτύπωμα εκείνης της ομάδας δεν έσβησε ποτέ. Σαν να έμεινε ζωντανό μέσα στην πόλη, μέσα στις κουβέντες, στις αναμνήσεις, στα βλέμματα των ανθρώπων.
Ο «Πύργος» εξακολουθεί να κουβαλά εκείνο το πνεύμα. Και σήμερα, ξανά, κυνηγά τη Β΄ Εθνική – Super L2. Με τα ίδια όνειρα. Με τις ίδιες αγωνίες. Με έναν νέο Γολγοθά μπροστά του, που ζητά πάλι θυσίες για να έρθει η λύτρωση.
Τότε, απέναντι στον Πέλοπα, τον «βασιλιά της Πίσσας». Τότε, με 18 «Πυργιωτόπουλα» μέσα στο γήπεδο και χιλιάδες Πυργιώτες πάνω στις μάντρες. Σκαρφαλωμένοι όπου μπορούσαν. Να δουν. Να ζήσουν. Να πιστέψουν.
Και όταν ήρθε το τέλος, δεν ήταν απλώς η λήξη ενός αγώνα. Ήταν ο επίλογος μιας ηρωικής διαδρομής. Ένα ξέσπασμα χαράς. Φωνές, δάκρυα, αγκαλιές. Μια πόλη που ένιωσε πως μεγάλωσε ξαφνικά.
Πίσω από εκείνη την επιτυχία υπήρχαν πρόσωπα με ονόματα, αλλά και με ψυχή. Ο πρόεδρος Μαρίνης Ντοάς. Ο προπονητής Θοδωρής Θεοχαρόπουλος. Και 23 παίκτες, από τους οποίους οι 20 ήταν παιδιά του Πύργου και της Ηλείας.
Μια ομάδα «δική της». Μια ομάδα που δεν αγοράστηκε, αλλά χτίστηκε. Μες στις λάσπες, μες στις βροχές, που κάποιοι για χάρη της ομάδας κάθισαν στο εδώλιο του δικαστηρίου Σπάρτης μέχρι να διώξουν από πάνω τους τις σκευωρίες κάποιων ανήθικων αντιπάλων.
Άνθρωποι απλοί, της δουλειάς, της καθημερινότητας: Δάσκαλοι, πυροσβέστες, οικοδόμοι, πλακατζήδες, μάγειροι, έμποροι. Παιδιά με μικρά καφέ και μεγάλα όνειρα. Δεν ζούσαν από το ποδόσφαιρο. Ζούσαν γι αυτό.
Και κάπου εκεί, μέσα σε όλα, γεννήθηκε εκείνη η περηφάνια. Εκείνο το «εμείς, ρε φίλε, παίζουμε στη Β΄ Εθνική». Όχι ως αλαζονεία, αλλά ως ανάγκη να νιώσεις ότι ανήκεις εδώ, ότι μπορείς, ότι αξίζεις.
Η διοίκηση με σφιγμένες γροθιές. Με μάτια βουρκωμένα. Με τη δικαίωση χαραγμένη στα πρόσωπα. Ήξεραν τι είχαν περάσει. Ήξεραν τι είχαν καταφέρει.
Και την ίδια στιγμή, ένας τερματοφύλακας του Πέλοπα Κιάτου, ο Κοφινάς, που «έπιανε τα άπιαστα», έπαιρνε κι αυτός τον δικό του δρόμο για την ΑΕΚ. Γιατί έτσι είναι το ποδόσφαιρο. Στιγμές που ανοίγουν δρόμους.
Δέκα μήνες προσπάθειας. Δέκα μήνες ιδρώτα, πίστης και επιμονής. Και στο τέλος, όλοι μαζί: Δημήτρης Κωσταριάς, Ηρακλής Μαρασίδης, Δημήτρης Ζαφειράκης, Νίκος Δημόπουλος, Γιάννης Παλαμάρας, Ανδρέας Νικολόπουλος, Θανάσης Μουγκός, Αριστείδης Κουτσογιαννόπουλος, Παναγιώτης Κουρκουμέλης, Γιάννης Τεκερλέκης, Γιώργος Μυλωνάς, Κώστας Κωνσταντόπουλος, Αβραάμ Κουϊρουκίδης, Λάμπης Ντάνασης, Ζαχαρίας Ψαλτόπουλος, Ζώης Γιαννακόπουλος, Πέτρος Κορωναίος, Γιώργος Καρβουνιάρης, Επαμεινώνδας Βασιλόπουλος, Κώστας Σακέλης, Μιχάλης Βαγγόπουλος, μαζί με τους αείμνηστους Κώστα Μακρυδημήτρη και Γιώργο Γιαννακόπουλο, έστησαν τον δικό τους χορό, με μπροστάρη τον αείμνηστο προπονητή τους, Θοδωρή Θεοχαρόπουλο.
Με το ίδιο κόκκινο χρώμα φανέλας, της ίδιας εταιρείας (adidas), που ήρθαν έρθει από τη Γερμανία μέσω του Γενικού Αρχηγού, συμπολίτη Γιώργου Λάνη.
Τα χρόνια πέρασαν. Οι ζωές προχώρησαν. Όμως εκείνες οι Κυριακές δεν ξεχάστηκαν ποτέ. Τα «Πυργιωτόπουλα» που χάρισαν χαρά σε μια ολόκληρη πόλη έγιναν η ρίζα. Η βάση. Ο πυρήνας του συλλόγου των Βετεράνων Ποδοσφαιριστών του Πανηλειακού.
Και σήμερα θα βρεθούν στις κερκίδες του «Μαρακανά» με ενθουσιασμό και με την ίδια σπίθα στα μάτια. Όπως και πολλοί Πυργιώτες που γράφουν τη νέα ιστορία, αφού οι ιστορίες του ποδοσφαίρου δεν τελειώνουν ποτέ. Απλώς περιμένουν για να ξαναγραφτούν από τους νεότερους.


















