Του Θέμη Μαντά
Αλήθεια, πόσο ταιριάζει με τους Red Boys και πολλούς Πυργώτες/ισσες ο τίτλος και οι στίχοι της Αγλαΐας Σφήκα στο τραγούδι «εμείς δεν χάνουμε, μαζί» στο νέο δίσκο του τραγουδοποιού Κώστα Λειβαδά που ερμηνεύει η Ελένη Τσαλιγοπούλου.
Απ’ την πρώτη λέξη, απ’ τον πρώτο στίχο: «Ξημέρωσες στις αγωνίες μου και πήρες πάνω σου το βάρος, έκανα κι εγώ ό,τι μπόρεσα για να σου δώσω θάρρος». Η φράση ξυπνά εντός σου την ανάγκη στήριξης των σημαντικών που εμπεριέχουν έντονο συναισθηματικό και μεταφορικό χαρακτήρα, όπου η στήριξη έλκει τη σχέση. «Ξημέρωσες στις αγωνίες μου» δείχνει ότι κάθε πρόσωπο εμφανίζεται σε μια δύσκολη περίοδο, σαν φως μες στο σκοτάδι. Το «ξημέρωσες» υπονοεί ελπίδα, ανακούφιση, μια νέα αρχή. «Και πήρες πάνω σου το βάρος», αυτό το μοίρασμα ή μέρος του βάρους των δυσκολιών, των ανησυχιών, ίσως και τον πόνο εκείνου του άλλου, που παλεύει την ώρα του παιχνιδιού, αλλά και προσφέρει μες απ’ την ομάδα.
Στο δεύτερο μέρος: «έκανα κι εγώ ό,τι μπόρεσα για να σου δώσω θάρρος», μπορούμε να δούμε ότι οι σχέσεις δεν είναι μονόπλευρες. Υπάρχει ανταπόδοση. Ο αφηγητής προσπάθησε κι αυτός να στηρίξει, να ενισχύσει τον άλλον ψυχολογικά.
Φυσικά, η ποιήτρια μάλλον μιλά για μια σχέση ερωτική ίσως μία πολύ κοντινή ανθρώπινη όπου δύο άνθρωποι είναι σχεσιοδυναμικοί. Είναι η εικόνα αμοιβαίας συμπαράστασης όπου ο καθένας γίνεται δύναμη για τον άλλον. Έτσι συμπεριφέρθηκαν οι φίλαθλοι του Πύργου ως ομάδα 3.500 προσώπων ωθώντας παίκτες και προπονητή στη νίκη με τον Άρη Πετρούπολης.
Έτσι συμπεριφερόταν η πόλη, στα μάτια του 10χρονου τότε γράφοντα στην πρεμιέρα των μπαράζ ανόδου για την Β’ Εθνική την περίοδο 1970-1971, στις 2 Μάη του 1971, ίδια Κυριακή του Παραλύτου όπου ο Πύργος μέσω του Πανηλειακού είχε νικήσει τον Παννεμεατικό με γκολ των Αντύπα και Ζυγούρη. Σ’ εκείνη την ομάδα των μέγιστων άσσων που μετείχε και ο πατέρας του τραγουδοποιού Λειβαδά, ο αείμνηστος Αλέκος Λειβαδάς μαθηματικός και πρώην παίκτης του Ολυμπιακού Πειραιά.
Αυτή τη συμπαγή κοινωνική ομάδα φιλάθλων και κατοίκων θέλει ο Πύργος για να πάει και παραπέρα την πόλη. Την ομάδα που θα διεκδικήσει τη νίκη και πέρα απ’ το γκολ, που θα σημειώσει επιτυχίες στις διεκδικήσεις της για Πανεπιστήμιο, για καλύτερο Νοσοκομείο, για ποιοτικότερη ζωή.
Ναι, και όπως λέει εξαιρετικά η Ελένη. «Εμείς μαζί δε χάνουμε κι ας είναι απατηλοί, οι όρκοι που μας δώσαν οι θεοί, εμείς μαζί δε χάνουμε κι ας λένε οι αριθμοί, δε χάνουμε μαζί…»
Διότι η πίστη του λαού πέφτει με φόρα πάνω στις διεκδικήσεις και δε χάνει. Δίνει δύναμη στον σημαντικό άλλον, εκείνον που πιστεύεις ότι είναι μαζί σου και παλεύει για τον εαυτό του εκεί και για σένα. Καθένας μπορεί να ερμηνεύσει τις εικόνες μετά τη νίκη μέσα από τις ποιοτικές μεταφορές. Έτσι είναι η ομάδα, η πίστη του κόσμου εισέρχεται στο γήπεδο δημιουργεί δύναμη προς την επίτευξη του στόχου. Είτε αυτός λέγεται ποδοσφαιρικός, είτε κοινωνικός αγώνας.
«Πάμε τώρα γι᾽ άλλα, μου πες κι έπιασες από την λάμα το μαχαίρι, ένιωσα κι εγώ πιο δυνατή σου έδωσα το χέρι» προτρέπει ο στίχος το κορίτσι για να κυνηγήσουν μαζί τη νίκη με τ’ αγόρι. Έτσι νέες και νέοι όχι μόνο άντρες αλλά και γυναίκες μαζί και με βετεράνους της ζωής έφτιαξαν την ελπίδα που αναδείχτηκε στο γήπεδο.
Πιάστηκαν αγκαλιά με εκείνους που δεν είναι και τόσο εκδηλωτικοί αλλά νιώθουν και θέλουν ένα ισχυρότερο συναισθηματικό ξάφνιασμα. Την Κυριακή πέφτει αυλαία στο «Μαρακανά». Άρα ο κόσμος μπορεί να προσεγγίσει τον αριθμό 6.750 . Δεν είναι απλά ένας αριθμός, είναι η οριακή χωρητικότητα του Σταδίου. Μπορεί αυτή η ένωση του λαού που προκαλεί η μπάλα να την εισπράξει η τοπική κοινωνία;

























