Η κλιματική αλλαγή και η άνοδος της θερμοκρασίας πάνω από τους 20 βαθμούς Κελσίου οδηγούν σε λιγότερες γεννήσεις αγοριών σε σχέση με τα κορίτσια παγκοσμίως, όπως επισημάνθηκε τη Δευτέρα (9/3).
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Euronews, αυτό διαπίστωσαν ερευνητές του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης σε νέα μελέτη. Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από περισσότερες από 5 εκατ. γεννήσεις σε 33 χώρες της υποσαχάριας Αφρικής και την Ινδία. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η έκθεση στη ζέστη αυξάνει την προγεννητική θνησιμότητα στην αρχή της εγκυμοσύνης, επηρεάζοντας κυρίως τα άρρενα έμβρυα.
Το όριο των 20 βαθμών Κελσίου
Η μελέτη προσδιόρισε τους 20 βαθμούς Κελσίου ως το θερμοκρασιακό όριο στο οποίο παρατηρείται η αλλαγή στην αναλογία των φύλων. Ωστόσο, οι ακόμη πιο θερμές ημέρες δεν αυξάνουν αναλογικά το αποτέλεσμα. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η έκθεση στη ζέστη κατά την κύηση απειλεί την ικανότητα του σώματος της μητέρας να ρυθμίζει τη θερμοκρασία του. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας της εγκυμοσύνης. Σε περίπτωση που η μητέρα αφυδατωθεί, το μωρό ενδέχεται να μην λαμβάνει επαρκές αίμα, οξυγόνο ή απαραίτητα θρεπτικά συστατικά.
«Δείχνουμε ότι η θερμοκρασία διαμορφώνει θεμελιωδώς την ανθρώπινη αναπαραγωγή επηρεάζοντας το ποιος γεννιέται και ποιος δεν γεννιέται», δήλωσε ο Αμπντέλ Γκάνι, συν-συγγραφέας της μελέτης, που δημοσιεύθηκε στο Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America (PNAS). Ο ίδιος σημείωσε ότι τα ευρήματα υποδεικνύουν πως η θερμοκρασία έχει μετρήσιμες συνέπειες για την επιβίωση του εμβρύου και τη συμπεριφορά οικογενειακού προγραμματισμού. Αυτό έχει άμεσες επιπτώσεις στη σύνθεση του πληθυσμού και στην ισορροπία των φύλων. «Η κατανόηση αυτών των διαδικασιών είναι απαραίτητη για την πρόβλεψη του τρόπου με τον οποίο το περιβάλλον επηρεάζει τις κοινωνίες σε ένα κλίμα που θερμαίνεται», πρόσθεσε.
Η κλιματική αλλαγή και οι κοινωνικές ανισότητες
Πάντως, η έκθεση στην υπερβολική ζέστη δεν βλάπτει μόνο την υγεία της μητέρας. Οι υψηλές θερμοκρασίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την πρόσβαση στην άμβλωση μέσω διαταραχών στην κινητικότητα ή αυξάνοντας την οικονομική αβεβαιότητα. Επίσης, οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν ότι οι επιπτώσεις της ζέστης δεν κατανέμονται ισόπορφα στον πληθυσμό. Οι γυναίκες με λιγότερους πόρους και εκείνες που ζουν σε πιο ευάλωτα περιβάλλοντα, επηρεάζονται πολύ πιο έντονα. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί έντονη ανησυχία για τη διεύρυνση των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας.
Στην Ευρώπη, οι χώρες βιώνουν ήδη την κλιματική αλλαγή μέσα από την άνοδο της θερμοκρασίας. Περιοχές στην Αλβανία, στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία καταγράφουν περισσότερες από 100 ημέρες περιόδου ζέστης. Μάλιστα, το 2024 σημειώθηκε ο δεύτερος υψηλότερος αριθμός ημερών θερμικής καταπόνησης και τροπικών νυχτών στην ιστορία αφού, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό, σε αυτές τις περιπτώσεις η θερμοκρασία δεν υποχωρεί κάτω από τους 20°C.
Οι επιπτώσεις στη γονιμότητα και στον πληθυσμό
Διάφορες μελέτες έχουν τεκμηριώσει την επίδραση της κλιματικής υγείας τόσο στην ανδρική όσο και στη γυναικεία γονιμότητα. Συγκεκριμένα, το 2024 πολλές ευρωπαϊκές χώρες ανέφεραν τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων των τελευταίων δεκαετιών. Ενώ οι ειδικοί αναφέρουν ότι χρειάζονται 2,1 παιδιά ανά γυναίκα για τη διατήρηση της σταθερότητας του πληθυσμού, πολλές χώρες παρουσιάζουν αριθμούς κάτω από 1,5.
Μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση από ερευνητές του Καθολικού Πανεπιστημίου στη Χιλή διαπίστωσε ότι τα αυξημένα κλιματικά φαινόμενα και οι φυσικές καταστροφές διαταράσσουν σοβαρά τις αναπαραγωγικές διαδικασίες. Αυτό αρχίζει από τη σύλληψη και φτάνει μέχρι τη φροντίδα των παιδιών, επηρεάζοντας τις προθέσεις αναπαραγωγής, την εγκυμοσύνη, τη γέννηση και τη γονεϊκότητα. Καθώς οι παγκόσμιες θερμοκρασίες αναμένεται να ανέβουν και άλλο, οι ερευνητές ζητούν περαιτέρω μελέτες για την προστασία της μητρικής υγείας και τη βελτίωση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη.
Πηγή: iEidiseis.gr


















