Τον διπλό στόχο της διαφύλαξης και της ανάδειξης των δύο μνημείων UNESCO της Ηλείας-του αρχαιολογικού χώρου της Ολυμπίας και του Επικούριου Απόλλωνα- μέσα από την κατάρτιση των Διαχειριστικών Σχεδίων, όπως αυτά παρουσιάστηκαν σε πρόσφατη ημερίδα του Υπουργείου Πολιτισμού, επισημαίνει ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτισμού ΠΔΕ Παναγιώτης Μπράμος.
Όπως επισήμανε, τα σχέδια αυτά αποτελούν ένα κρίσιμο εργαλείο για τη διαφύλαξη αλλά και την ανάδειξη των δύο μνημείων της UNESCO, τα οποία βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξανόμενες πιέσεις εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής και των ακραίων καιρικών φαινομένων. «Και τα δύο μνημεία UNESCO της Ηλείας αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους εξαιτίας των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, κάτι που τεκμηριώνουν και επιστημονικές μελέτες. Ο κίνδυνος από τα ακραία καιρικά ή φυσικά φαινόμενα είναι πλέον υψηλός. Ο θεμελιώδης στόχος του διαχειριστικού σχεδίου για τον αρχαιολογικό χώρο της Ολυμπίας, αλλά και τον Επικούριο Απόλλωνα, είναι η διαφύλαξη της εξέχουσας οικουμενικής αξίας τους και η διατήρηση των φυσικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών τους».
Παράλληλα, τονίζει την ενίσχυση της κοινωνικής χρήσης των μνημείων καθώς και το ολοκληρωμένο σχέδιο ενεργειών για την διαφύλαξη και ανάδειξη αυτών. «Παράλληλα, ενισχύουμε την κοινωνική τους χρήση και την αλληλεπίδρασή τους με την ψηφιακή κοινότητα, μέσα από την εφαρμογή βιώσιμων προσεγγίσεων και στρατηγικών που αξιοποιούν τη σημερινή τεχνολογία. Μέσα από αυτό το διαχειριστικό σχέδιο θα αποκτήσουμε για πρώτη φορά μια καθαρή εικόνα της κατάστασης των δύο μνημείων, των αναγκών που έχουν και των ενεργειών που πρέπει να γίνουν, για να επιτευχθεί ο διπλός στόχος της διαφύλαξης και της ανάδειξης», καταλήγει ο κ. Μπράμος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ημερίδα του ΥΠ.ΠΟ. με θέμα «Ελληνικά Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς: Στρατηγικό όραμα και Διαχειριστικά Σχέδια για την προστασία και ανάδειξή τους» φιλοξενήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, και τις εργασίες «άνοιξε» η Υπ. Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.
Η σημασία της κατάρτισης Σχεδίων Διαχείρισης και τα βασικά τους στοιχεία
Σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική στο πλαίσιο της Σύμβασης για την Προστασία της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, η διαχείριση προσεγγίζεται ως ένας συνεχής κύκλος που περιλαμβάνει τον σχεδιασμό, την εφαρμογή, την παρακολούθηση και την αναθεώρηση των δράσεων. Δεν πρόκειται για ένα στατικό σύστημα κανόνων, αλλά για μια προσαρμοστική διαδικασία που εξελίσσεται ανάλογα με τις ανάγκες του μνημείου, τις περιβαλλοντικές πιέσεις και τις κοινωνικές συνθήκες. Κάθε μνημείο διαθέτει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, επομένως και τα εργαλεία διαχείρισης οφείλουν να είναι ευέλικτα και προσαρμοσμένα στο συγκεκριμένο πλαίσιο.
Κεντρικό εργαλείο αυτής της διαδικασίας είναι το Σχέδιο Διαχείρισης, το οποίο λειτουργεί ως στρατηγικός οδηγός. Σε αυτό αποτυπώνονται οι στόχοι προστασίας, τα μέσα επίτευξής τους, οι αρμοδιότητες των εμπλεκόμενων φορέων και οι μηχανισμοί ελέγχου. Το σχέδιο δεν έχει μόνο τεχνικό χαρακτήρα. Αποτελεί και ένα μέσο συντονισμού διαφορετικών αρμοδιοτήτων και δράσεων, εξασφαλίζοντας ότι όλες οι παρεμβάσεις υπηρετούν τον κοινό στόχο της διατήρησης της αξίας του μνημείου.
Βασική αρχή αποτελεί ότι η αποτελεσματική διαχείριση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη συνεργασία των τοπικών κοινωνιών, των αρμόδιων αρχών, των επιστημόνων και των επαγγελματιών του χώρου. Η εμπλοκή αυτών των ομάδων δεν είναι απλώς επιθυμητή, αλλά απαραίτητη, καθώς ενισχύει την αποδοχή των μέτρων προστασίας και συμβάλλει στη βιωσιμότητά τους.
Ένα ακόμη βασικό στοιχείο είναι η παρακολούθηση της κατάστασης διατήρησης. Η συστηματική συλλογή δεδομένων και η χρήση δεικτών επιτρέπουν την έγκαιρη αναγνώριση προβλημάτων και τη λήψη διορθωτικών μέτρων. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη διαχείριση κινδύνων. Αναγνωρίζεται ότι τα μνημεία απειλούνται από ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, όπως οι φυσικές καταστροφές, η κλιματική αλλαγή, η ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη και οι πιέσεις από την αστικοποίηση. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η ενσωμάτωση στρατηγικών πρόληψης και αντιμετώπισης κρίσεων.
Τέλος, η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης διατρέχει τη νέα προσέγγιση. Η διαχείριση των μνημείων δεν αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στην ανάπτυξη, αλλά ως ευκαιρία για την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας, τη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την ενδυνάμωση της πολιτιστικής ταυτότητας. Η πρόκληση είναι να επιτευχθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην προστασία και τη χρήση, έτσι ώστε τα μνημεία να παραμένουν ζωντανά και λειτουργικά χωρίς να υποβαθμίζεται η αξία τους.

























