Άρθρο της Δικηγόρου-Εργατολόγου Δήμητρας Γεωργίου Ζαφειροπούλου
Η οικονομική κρίση που σοβεί όλα αυτά τα έτη με ανεπανόρθωτες απώλειες για την κοινωνία, όπως είναι φυσικό, –στα πλαίσια και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόζονται- επηρεάζει δυσμενώς τα εργασιακά δικαιώματα τα οποία βρίσκονται στην δίνη του κυκλώνα ενώ οι εργαζόμενοι ανήμποροι να αντιδράσουν παρακολουθούν τις εξελίξεις. Είναι πολύ σύνηθες, δυστυχώς, επί των ημερών αυτών που διάγουμε, επιχειρήσεις να κλείνουν είτε οριστικώς είτε λόγω μείωσης των κερδών τους να μεταφέρουν το προσωπικό τους σε άλλο υποκατάστημα της ίδιας επιχείρησης στην ίδια ή σε διαφορετική πόλη.
Πώς αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος την αλλαγή αυτή στον τόπο παροχής της εργασίας του; Δύναται να αντιδράσει όταν εξαναγκάζεται μετά από πολλά χρόνια εργασίας να παρέχει την εργασία του σε άλλο τόπο δεδομένου ότι τα έξοδά του θα αυξηθούν (οδοιπορικά, ενοίκιο σε άλλη πόλη κ.λπ.;).
Ο τόπος παροχής της εργασίας αποτελεί καταρχήν ουσιώδη όρο της σύμβασης εργασίας για τον μισθωτό γιατί συνδέεται με το σύνολο των βιοτικών του αναγκών. Γίνεται ωστόσο πάγια δεκτό από την νομολογία ότι αν ο εργοδότης διατηρεί εκμεταλλεύσεις σε διαφορετικές πόλεις ή περιοχές, τότε είναι δυνατόν, αν δεν συμφωνηθεί στην σύμβαση εργασίας του ρητά το αμετάθετο και προπαντός αν την δυνατότητα μετάθεσης προβλέπει ο εσωτερικός κανονισμός της επιχείρησης, να μεταθέτει το μισθωτό όχι μόνο σε εκμεταλλεύσεις και υποκαταστήματα της ίδιας πόλης αλλά σε οποιαδήποτε εκμετάλλευση ή υποκατάστημα οποιασδήποτε πόλης ή περιοχής, ιδίως όταν ο εργοδότης διαθέτει ήδη δίκτυο εκμεταλλεύσεων σε διαφορετικούς τόπους και ο μισθωτός αυτό το γνώριζε (διευθυντικό δικαίωμα).
Ωστόσο, μπορεί μεν μια μεταβολή του τόπου παροχής εργασίας του μισθωτού να επιτρέπεται στον εργοδότη, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να δημιουργείται ζήτημα μονομερούς βλαπτικής μεταβολής όταν η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος γίνεται με τρόπο που παραβιάζει τα κριτήρια του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα (άσκηση καταχρηστικού δικαιώματος). Γίνεται δεκτό ότι η αλλαγή αυτή στον τόπο παροχής της εργασίας μπορεί να κριθεί ως καταχρηστική και συνεπώς μπορεί να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή όταν αποφασίζεται από τον εργοδότη χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το μακροχρόνιο της παραμονής του μισθωτού σε ορισμένο τόπο, η υπηρεσιακή του απόδοση, η κατάσταση της υγείας του, οι ατομικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις, η δυνατότητα μετακίνησης νεωτέρων σε ηλικία και υπηρεσία μισθωτών. Κάθε περίπτωση εξετάζεται διαφορετικά από τα δικαστήρια. Η στάση του εργοδότη θα κριθεί και αυτή από τα δικαστήρια. Δηλαδή το αν ενημέρωσε έγκαιρα το προσωπικό περί της επικείμενης μεταφοράς της επιχείρησης, αν μερίμνησε σχετικά με την μετακίνηση του προσωπικού (π.χ. κάλυψη των εξόδων μεταφοράς), αν επέλεξε να τοποθετήσει τον μισθωτό στο πλησιέστερο για αυτόν υποκατάστημα.
Ο εργαζόμενος συνεπώς στην περίπτωση της αλλαγής του τόπου παροχής της εργασίας μπορεί είτε να δεχθεί την μεταβολή αυτή, είτε να επιμείνει στους ισχύοντες όρους οπότε προσφέροντας σύμφωνα με αυτούς την εργασία του περιάγει τον εργοδότη, αν αρνηθεί αυτός με την σειρά του να τις δεχθεί, σε υπερημερία και αξιώνει μισθούς υπερημερίας, είτε τέλος μπορεί να αποχωρήσει θεωρώντας τις ενέργειες του εργοδότη ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και να αξιώσει έτσι την νόμιμη αποζημίωση. Επιπρόσθετα θα δικαιούται και αποζημίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η οικονομική κρίση αναμφίβολα οδηγεί το εργατικό δίκαιο σε νέες ατραπούς και οι εργαζόμενοι υπό την δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης και του εφιάλτη της ανεργίας οπισθοχωρούν πολλές φορές αμαχητί δίχως να γνωρίζουν τι πραγματικά δικαιούνται. Η σύμβαση εργασίας δέον όπως ερμηνεύεται με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Η Δήμητρα Ζαφειροπούλου είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος στο Εργατικό Δίκαιο από την Νομική Σχολή Αθηνών
Κρέστενα Ηλείας
2625024696, 6977787924














