Στην ανάγκη επιτάχυνσης των αλλαγών στο εκπαιδευτικό σύστημα και στον συγχρονισμό του με τις ραγδαίες εξελίξεις στην αγορά εργασίας εστίασαν οι παρεμβάσεις στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, με κοινό παρονομαστή ότι το «χάσμα δεξιοτήτων» παραμένει ανοιχτό και απαιτεί συντονισμένες παρεμβάσεις.
Η υπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφία Ζαχαράκη, αναγνώρισε ότι το εκπαιδευτικό σύστημα κινείται με αργούς ρυθμούς σε σχέση με τα τεχνολογικά και κοινωνικά δεδομένα, επισημαίνοντας πως οι υφιστάμενες δομές «θυμίζουν σχολεία προηγούμενων γενεών».
Όπως ανέφερε, η αναμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών και η αλλαγή των σχολικών βιβλίων δρομολογούνται με ορίζοντα το 2027, ενώ ήδη έχουν γίνει παρεμβάσεις, όπως η ανανέωση των βιβλίων Πληροφορικής στο Γυμνάσιο και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, με έμφαση και στην τεχνητή νοημοσύνη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον εκσυγχρονισμό των σχολικών υποδομών, με την εισαγωγή διαδραστικών πινάκων και εξοπλισμού ρομποτικής, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η ψηφιακή μετάβαση πρέπει να γίνει με όρους ισότητας, ώστε να αφορά και απομακρυσμένες ή ευάλωτες μαθητικές ομάδες.
Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε ότι η ανάπτυξη δεξιοτήτων, όπως η κριτική σκέψη, η συνεργασία και η προσαρμοστικότητα, αποτελεί κεντρικό στόχο.
Παράλληλα, παρουσίασε τη στρατηγική για την επαγγελματική εκπαίδευση και τη δια βίου μάθηση για την περίοδο 2025-2027, σημειώνοντας αύξηση 15% στις εγγραφές στα Επαγγελματικά Λύκεια, καθώς και σημαντική ενίσχυση των πόρων για τη μαθητεία.
Όπως υπογράμμισε, ενισχύεται ο ρόλος των περιφερειακών συμβουλίων, ώστε οι αποφάσεις να ευθυγραμμίζονται με τις ανάγκες των τοπικών οικονομιών.
Από την πλευρά της αγοράς, ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Παπαστράτος, Γιώργος Μάργωνης, ανέδειξε την «ασυμμετρία ταχύτητας» μεταξύ εκπαίδευσης και παραγωγής, επισημαίνοντας ότι τα προγράμματα σπουδών εξελίσσονται σε βάθος ετών, ενώ οι ανάγκες της αγοράς μεταβάλλονται μέσα σε λίγους μήνες. Όπως είπε, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν πλέον να λειτουργούν ως παθητικοί αποδέκτες έτοιμου ανθρώπινου δυναμικού, αλλά καλούνται να αναλάβουν ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη δεξιοτήτων.
Παρουσιάζοντας στοιχεία έρευνας της MARC, σημείωσε ότι σχεδόν το 90% των πολιτών θεωρεί πως η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσει την εργασία, ενώ υψηλό ποσοστό δηλώνει πρόθυμο να εκπαιδευτεί σε νέες τεχνολογίες. Ωστόσο, επεσήμανε ότι παραμένει προβληματισμός ως προς την ετοιμότητα προσαρμογής. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις δεξιότητες λήψης αποφάσεων και αξιολόγησης πληροφορίας, υπογραμμίζοντας ότι τα συστήματα AI υποστηρίζουν, αλλά δεν υποκαθιστούν τον άνθρωπο.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο πρύτανης του Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Ιωάννης Χατζηγεωργίου, ανέδειξε τον ρόλο της έρευνας και της καινοτομίας ως μοχλών ανάπτυξης, επισημαίνοντας ότι η χρηματοδότηση ερευνητικών δραστηριοτήτων συμβάλλει άμεσα και έμμεσα στην οικονομία. Τόνισε, επίσης, την ανάγκη προσαρμογής των προγραμμάτων σπουδών και ενίσχυσης της συνεργασίας με τη βιομηχανία, σημειώνοντας ωστόσο ότι εξακολουθεί να υπάρχει διστακτικότητα από την πλευρά επιχειρήσεων.
Από ευρωπαϊκή σκοπιά, ο Κωνσταντίνος Πουλιάκας από το CEDEFOP υπογράμμισε τη σημασία των δεδομένων για την κατανόηση των αναγκών της αγοράς εργασίας. Όπως ανέφερε, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ένα από τα βασικά megatrends,δημογραφικές αλλαγές και νέα μοντέλα απασχόλησης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, περίπου το 40% των Ευρωπαίων εργαζομένων χρειάστηκε το τελευταίο έτος να μάθει νέες ψηφιακές δεξιότητες, ενώ τρεις στους δέκα χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία AI στην εργασία τους. Για την Ελλάδα, ωστόσο, κατέγραψε σημαντική υστέρηση στην ενσωμάτωση αυτών των εργαλείων στον εργασιακό χώρο.
Κοινή διαπίστωση των ομιλητών ήταν ότι η αντιμετώπιση των προκλήσεων απαιτεί ολιστική προσέγγιση: καλύτερη αξιοποίηση δεδομένων, ταχύτερη προσαρμογή των συστημάτων εκπαίδευσης, ενίσχυση της συνεργασίας με την αγορά και επένδυση τόσο στις τεχνολογικές όσο και στις οριζόντιες δεξιότητες.
Πηγή: esos.gr





























