Το διδαγμένο απόσπασμα προήλθε από τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη (Β 1.5- 8, 1103b2-25), ενότητα 13 (φάκελος υλικού) - «Η ηθική αρετή και η ηθική πράξη», ένα φιλοσοφικό κείμενο που ανέδειξε τη σημασία του εθισμού και της αγωγής στη διαμόρφωση του χαρακτήρα· θέμα διαχρονικό και άμεσα συνδεδεμένο με την εκπαίδευση και την κοινωνική ζωή. Τα ερωτήματα στο ζητούμενο Α1 ήταν σαφή και αναμενόμενα. Απαιτούσαν καλή κατανόηση του περιεχομένου του αποσπάσματος και βασική εξοικείωση με τη δομή του κειμένου. Επομένως, οι μαθητές μπορούσαν να απαντήσουν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Η ερμηνευτική ερώτηση (Β1) επικεντρώθηκε σε έναν από τους βασικότερους άξονες της αριστοτελικής ηθικής, τη γένεση των αρετών και των τεχνών μέσω του εθισμού και της άσκησης. Ήταν ένα θέμα που επέτρεπε την αξιοποίηση τόσο του μεταφρασμένου κειμένου όσο και των ερμηνευτικών σχολίων. Η αναφορά στον ρόλο του δασκάλου απαιτούσε συνδυαστική σκέψη και όχι απλή αναπαραγωγή γνώσεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε το παράλληλο κείμενο (Β2), καθώς συνέδεσε την αριστοτελική αντίληψη για τη δικαιοσύνη με σύγχρονες αξίες, όπως η κοινωνική ευθύνη και η αλληλεγγύη. Η άσκηση απαιτούσε κριτική ικανότητα, εντοπισμό ομοιοτήτων και διαφορών, συνθέτοντας πληροφορίες από δύο διαφορετικά κείμενα. Οι ερωτήσεις κλειστού τύπου (Β3) και (Β4) ήταν προσιτές και δεν δυσκόλεψαν τους υποψηφίους.
Στο αδίδακτο κείμενο δόθηκε απόσπασμα δικανικού λόγου του Λυσία, Περί του Σηκού Απολογία, με σαφή επιχειρηματολογική ανάπτυξη αλλά αυξημένης δυσκολίας στη μετάφραση λόγω συντακτικών και σημασιολογικών ιδιαιτεροτήτων. Οι ερωτήσεις γραμματικής (Γ3.α) και (Γ3.β) κάλυπταν μεγάλο εύρος της εξεταζόμενης ύλης και απαιτούσαν καλή γνώση της μορφολογίας της γλώσσας. Το ερώτημα (Γ4.α.) που αφορούσε την συντακτική αναγνώριση όρων ήταν συνηθισμένο αλλά προϋπέθετε βαθιά κατανόηση της λειτουργίας των λέξεων μέσα στο συγκεκριμένο γλωσσικό περιβάλλον. Ιδιαίτερα η αναγνώριση της μετοχής «ὡς ἀφανίσαντα» απαιτούσε προσοχή, αφού η λειτουργία της συνδέεται με την υποκειμενική αιτιολογία που αποδίδει ο κατήγορος και όχι με ένα απλό πραγματικό γεγονός. Επομένως, το ερώτημα λειτούργησε ως ουσιαστικός έλεγχος της συντακτικής κατάρτισης των μαθητών. Στο τελευταίο ερώτημα (Γ4.β) ζητήθηκε αναγνώριση και μετατροπή του υποθετικού λόγου στο προσδοκώμενο, ένα θέμα που συνδύαζε θεωρητική γνώση και πρακτική εφαρμογή χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία για τους καλά προετοιμασμένους μαθητές.
Συμπερασματικά, τα θέματα των Αρχαίων ήταν ελαφρώς πιο απαιτητικά σε σχέση με πέρυσι, καθώς απαιτούσαν συνδυαστική σκέψη, ακριβή συντακτική ανάλυση και ερμηνευτική σύγκριση.
Καλή συνέχεια και καλά αποτελέσματα σε όλους τους μαθητές!
Αγγελική Σπηλιοπούλου - Φιλόλογος
Κύβος - Φροντιστήριο Μέσης Εκπαίδευσης



























