Η ανακοίνωση των Βάσεων 2026 έφερε στο φως μια ιδιαίτερα προβληματική εικόνα για ορισμένα τμήματα των πανεπιστημίων, καθώς αρκετές σχολές καλούνται να λειτουργήσουν με εξαιρετικά μικρό αριθμό νέων φοιτητών.
Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι το Τμήμα Ιερατικών Σπουδών Αθήνας, όπου από τις 39 διαθέσιμες θέσεις καταγράφηκε μόλις ένας επιτυχών. Η σχολή αφήνει έτσι 38 κενές θέσεις, γεγονός που την καθιστά το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όσον αφορά τη χαμηλή συμμετοχή υποψηφίων. Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν περιορίζεται σε ένα μόνο τμήμα. Σε αρκετά πανεπιστημιακά τμήματα σε όλη τη χώρα, ο αριθμός των εισακτέων παραμένει μονοψήφιος, ενώ οι κενές θέσεις φτάνουν σε πολλές περιπτώσεις σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Οι επιλογές των υποψηφίων στις Πανελλήνιες 2026 φαίνεται να μετατοπίζονται όλο και περισσότερο προς σχολές με ισχυρότερη επαγγελματική προοπτική, όπως η Πληροφορική, οι Πολυτεχνικές σχολές, οι Ιατρικές επιστήμες και τα τμήματα που συνδέονται άμεσα με την αγορά εργασίας. Αντίθετα, αρκετά περιφερειακά τμήματα και ορισμένες ειδικότητες καταγράφουν σημαντική πτώση ενδιαφέροντος σημειώνει ο μαθηματικός εκπαιδευτικός αναλυτής και δημιουργός του Paideianet.com Γιάννης Ζαμπέλης.
9.739 κενές θέσεις στα ΑΕΙ
Συνολικά, από τις 62.329 διαθέσιμες θέσεις εισαγωγής για υποψηφίους ΓΕΛ στη γενική σειρά, καλύφθηκαν οι 52.590 θέσεις, αφήνοντας 9.739 κενές θέσεις. Το ποσοστό πλήρωσης διαμορφώθηκε στο 84,4%, γεγονός που δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος των θέσεων δεν αξιοποιήθηκε. Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας έχει η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), καθώς υποψήφιοι που δεν ξεπερνούν το απαιτούμενο όριο δεν μπορούν να δηλώσουν ένα τμήμα, ακόμη και αν αυτό διαθέτει κενές θέσεις. Ουσιαστικά οι κενές θέσεις μεταφράζονται περίπου σε 15,6% του συνόλου. Οι κενές θέσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Εντοπίζονται κυρίως σε τμήματα χαμηλότερης ζήτησης, περιφερειακά τμήματα και σχολές που δυσκολεύονται να προσελκύσουν υποψηφίους λόγω γεωγραφικής θέσης ή περιορισμένων επαγγελματικών προοπτικών.
Το ερώτημα για τη βιωσιμότητα των τμημάτων
Η ύπαρξη σχολών με έναν, δύο ή λίγους περισσότερους φοιτητές ανοίγει ξανά τη συζήτηση για τον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας. Το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούν να διατηρούν πλήρη εκπαιδευτική λειτουργία τμήματα με τόσο περιορισμένο αριθμό εισακτέων, ειδικά όταν απαιτούνται μόνιμο προσωπικό, υποδομές και σημαντικοί πόροι. Ένα πανεπιστημιακό τμήμα χρειάζεται:επαρκές διδακτικό προσωπικό, εργαστήρια και υποδομές, διοικητική υποστήριξη, ενεργή φοιτητική κοινότητα. Όταν ένας κύκλος εισαγωγής ξεκινά με έναν, δύο ή πέντε φοιτητές, δημιουργείται το ερώτημα αν μπορεί να διατηρηθεί η ίδια ακαδημαϊκή λειτουργία και αν αξιοποιούνται αποτελεσματικά οι διαθέσιμοι πόροι ώστε να προσφέρει ουσιαστικές σπουδές. Τα τελευταία χρόνια είναι πιο ξεκάθαρο από ποτέ ότι οι υποψήφιοι επιλέγουν περισσότερο στοχευμένα τις σχολές που θεωρούν ότι προσφέρουν επαγγελματική ασφάλεια, ενώ τμήματα χαμηλότερης ζήτησης βρίσκονται αντιμέτωπα με το δύσκολο ζήτημα των κενών θέσεων και της περιορισμένης φοιτητικής παρουσίας με την ΕΒΕ να αποτελεί επιστέγασμα στην δυσκολία εισαγωγής νέων φοιτητών.
Υποψήφιοι που δεν ξεπερνούν το απαιτούμενο όριο της ΕΒΕ δεν μπορούν να δηλώσουν συγκεκριμένα τμήματα στο μηχανογραφικό τους, ακόμη και αν αυτά διαθέτουν μεγάλο αριθμό κενών θέσεων.Έτσι, η ΕΒΕ δεν επηρεάζει μόνο την ατομική πορεία των υποψηφίων, αλλά και τη συνολική εικόνα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, καθώς αναδεικνύει τις ανισορροπίες ανάμεσα στη ζήτηση των φοιτητών και στη λειτουργία πολλών τμημάτων. Το αποτέλεσμα είναι ένας ακαδημαϊκός χάρτης δύο ταχυτήτων όπου από τη μία έχουμε σχολές με υψηλή ζήτηση και ανοδικές βάσεις, και από την άλλη τμήματα που δυσκολεύονται να προσελκύσουν φοιτητές, θέτοντας εκ νέου το ζήτημα της βιωσιμότητας και του επανασχεδιασμού τους.
Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης ημέρας
Οι Βάσεις 2026 δείχνουν ότι ο ακαδημαϊκός χάρτης αλλάζει. Η ζήτηση συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένους κλάδους με ισχυρές επαγγελματικές προοπτικές, ενώ αρκετά άλλα τμήματα αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της χαμηλής προσέλευσης. Η ΕΒΕ, οι κενές θέσεις και οι ελάχιστοι εισακτέοι φέρνουν ξανά στο επίκεντρο τη συζήτηση για την αναμόρφωση της ανώτατης εκπαίδευσης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πόσοι φοιτητές εισάγονται, αλλά αν τα τμήματα μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικές σπουδές, με ακαδημαϊκή ποιότητα και πραγματική προοπτική για τους αποφοίτους τους. Με περίπου 10.000 κενές θέσεις και αρκετές σχολές να λειτουργούν με ελάχιστους νέους φοιτητές, η συζήτηση για τον αριθμό των τμημάτων, τη χρηματοδότηση και τη σύνδεση των σπουδών με τις ανάγκες της κοινωνίας αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο τα επόμενα χρόνια.
Πηγή: dnews.gr




























