...ότι η εκτροφή των ζώων στην αρχαία Ελλάδα ήταν πολύ πιο οργανωμένη και πολύπλοκη απ' ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα οι αρχαιολόγοι.
Για περισσότερα από εκατό χρόνια, οι αρχαιολόγοι προσπαθούν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που φωτίζει όχι μόνο τη διατροφή αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ήταν οργανωμένη η κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα: από πού προέρχονταν τα ζώα που κατέληγαν στα καθημερινά γεύματα των ανθρώπων αλλά και στα μεγάλα δημόσια συμπόσια των πόλεων-κρατών; Εκτρέφονταν σε μικρές αγροτικές εκμεταλλεύσεις δίπλα στα χωράφια ή ανήκαν σε μεγάλα κοπάδια που μετακινούνταν εποχικά αναζητώντας βοσκοτόπια;
Νέα έρευνα επιχειρεί να δώσει την πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα απάντηση. Ο Φλιντ Ντίμπλ, μεταδιδακτορικός ερευνητής Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Θρησκειολογίας του Πανεπιστημίου του Κάρντιφ, παρουσιάζει σε άρθρο του στο The Conversation τα συμπεράσματα μιας διεπιστημονικής μελέτης που βασίστηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα σύνολα ζωικών καταλοίπων που έχουν ανασκαφεί ποτέ στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα σε επιστημονικό περιοδικό, δείχνουν ότι η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη από ό,τι υποστήριζαν οι δύο κυρίαρχες θεωρίες.
Η αγροτική παραγωγή αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας στην αρχαία Ελλάδα. Ωστόσο, η τροφή δεν κάλυπτε μόνο τις καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων. Τα κοινά γεύματα είχαν θρησκευτική, κοινωνική και πολιτική σημασία, είτε επρόκειτο για τα συμπόσια των λίγων είτε για τις μεγάλες δημόσιες θυσίες, όπου συμμετείχε ολόκληρη η κοινότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Οδύσσεια, όπου ο Τηλέμαχος συμμετέχει σε μια εκατόμβη, τη θυσία εκατό βοδιών προς τιμήν των θεών, από την οποία ακολουθεί ένα μεγάλο κοινό γεύμα για την κοινότητα.
{https://www.youtube.com/watch?v=mn_51q5mTM8}
Η διαμάχη που δίχασε τους αρχαιολόγους
Το ερώτημα για το πώς οργανωνόταν η κτηνοτροφία στην αρχαία Ελλάδα απασχολεί τους ειδικούς εδώ και σχεδόν έναν αιώνα.
Η μία σχολή σκέψης υποστήριζε ότι η οικονομία στηριζόταν σε μεγάλα κοπάδια προβάτων και αιγών, τα οποία μετακινούνταν εποχικά από τα ορεινά στα πεδινά αναζητώντας βοσκή. Η άποψη αυτή βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στις εικόνες της ελληνικής υπαίθρου του 20ού αιώνα, όπου η μετακινούμενη κτηνοτροφία αποτελούσε συνηθισμένη πρακτική.
Στον αντίποδα, άλλοι αρχαιολόγοι υποστήριξαν ότι τα περισσότερα ζώα εκτρέφονταν σε μικρότερα κοπάδια που ανήκαν σε αγροτικές οικογένειες. Τα ζώα έβοσκαν σε χωράφια που βρίσκονταν σε αγρανάπαυση, σε γειτονικές εκτάσεις ή τρέφονταν με ζωοτροφές που καλλιεργούσαν οι ίδιοι οι αγρότες. Σε αυτό το μοντέλο, γεωργία και κτηνοτροφία λειτουργούσαν ως ένα ενιαίο παραγωγικό σύστημα.
Παρά τις πολυετείς έρευνες, καμία από τις δύο θεωρίες δεν μπορούσε να επιβεβαιωθεί με βεβαιότητα, καθώς δεν υπήρχε τρόπος να διαπιστωθεί τι ακριβώς έτρωγαν τα ζώα ή αν μετακινούνταν εποχικά.
Η χημεία δίνει τις απαντήσεις
Σύμφωνα με τον Ντίμπλ, η εικόνα άρχισε να ξεκαθαρίζει χάρη στην ανάλυση σταθερών ισοτόπων, μια σύγχρονη επιστημονική μέθοδο που επιτρέπει στους ερευνητές να ανασυνθέσουν τη διατροφή και το περιβάλλον στο οποίο ζούσε ένα ζώο εξετάζοντας τα οστά και τα δόντια του.
Η τροφή και το νερό αφήνουν χαρακτηριστικά χημικά αποτυπώματα στον οργανισμό. Οι αναλογίες των ισοτόπων του άνθρακα και του αζώτου αποκαλύπτουν το είδος της τροφής που κατανάλωνε ένα ζώο, ενώ τα ισότοπα του οξυγόνου, τα οποία διατηρούνται στο σμάλτο των δοντιών, καταγράφουν τις εποχικές μεταβολές του περιβάλλοντος όπου μεγάλωσε. Έτσι, οι επιστήμονες μπορούν να διαπιστώσουν αν ένα ζώο εκτρεφόταν μόνιμα στην ίδια περιοχή ή αν μετακινούνταν ανάμεσα σε διαφορετικούς βοσκότοπους κατά τη διάρκεια του έτους.
Προηγούμενες εφαρμογές της μεθόδου σε αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Κνωσός και ο Άργιλος, είχαν δείξει ότι συνυπήρχαν διαφορετικές πρακτικές εκτροφής. Ωστόσο, ο μικρός αριθμός των δειγμάτων δεν επέτρεπε ασφαλή συμπεράσματα.
Τα ευρήματα από τον Αζοριά
Για να δοθεί μια πιο ξεκάθαρη απάντηση, οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στον αρχαίο οικισμό του Αζοριά, στην ανατολική Κρήτη.
Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε ξαφνικά στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., γεγονός που διατήρησε σχεδόν ανέπαφα τα αρχαιολογικά κατάλοιπα. Οι κάτοικοι άφησαν πίσω τους χιλιάδες οστά ζώων, φυτικά κατάλοιπα και κεραμικά σκεύη, προσφέροντας στους αρχαιολόγους μια μοναδική εικόνα της καθημερινής ζωής εκείνης της περιόδου.
Συνολικά αναλύθηκαν περισσότερα από 200.000 ζωικά κατάλοιπα, ενώ πραγματοποιήθηκαν αναλύσεις σταθερών ισοτόπων σε 50 πρόβατα και κατσίκες, αριθμός που αποτελεί τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα στοχευμένη μελέτη αυτού του είδους για την αρχαία Ελλάδα.
Η έρευνα έδειξε ότι τόσο στα σπίτια όσο και στους δημόσιους χώρους κατανάλωσης κυριαρχούσαν οι αίγες, ακολουθούμενες από πρόβατα, χοίρους και βοοειδή. Τα ζώα που καταναλώνονταν είχαν παρόμοια ηλικία, γεγονός που δείχνει ότι η επιλογή τους δεν γινόταν τυχαία.
Παράλληλα, διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στον τρόπο τεμαχισμού του κρέατος. Στα δημόσια συμπόσια τα ζώα κόβονταν με βαριούς μπαλτάδες από εξειδικευμένους κρεοπώλες, οι οποίοι πιθανότατα ήταν και οι ιερείς που πραγματοποιούσαν τις θυσίες. Αντίθετα, στα σπίτια το κρέας προετοιμαζόταν με απλά μαχαίρια, όπως θα συνέβαινε σε μια καθημερινή οικιακή κουζίνα.
Το σημαντικότερο εύρημα προήλθε, ωστόσο, από τις ισοτοπικές αναλύσεις.
Τα ζώα που κατέληγαν στα οικογενειακά τραπέζια φαίνεται ότι εκτρέφονταν κοντά στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και τρέφονταν με φυτά που ακολουθούσαν τον φυσικό εποχικό κύκλο. Αντίθετα, πολλά από τα ζώα που προορίζονταν για τα δημόσια συμπόσια παρουσίαζαν χημικά ίχνη που δείχνουν ότι μετακινούνταν εποχικά ανάμεσα στα ορεινά θερινά και στα πεδινά χειμερινά βοσκοτόπια. Σε άλλες περιπτώσεις, τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα ζώα τρέφονταν όλο τον χρόνο με καλλιεργημένες ζωοτροφές.
Δύο διαφορετικά συστήματα, μία οικονομία
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι η πραγματικότητα δεν ταυτιζόταν αποκλειστικά με καμία από τις δύο θεωρίες που κυριάρχησαν επί δεκαετίες.
Η αρχαία ελληνική οικονομία φαίνεται πως συνδύαζε διαφορετικά μοντέλα εκτροφής. Τα μικρότερα κοπάδια κάλυπταν τις ανάγκες των αγροτικών νοικοκυριών, ενώ παράλληλα υπήρχαν μεγαλύτερα και πιο οργανωμένα κοπάδια, τα οποία τροφοδοτούσαν τις μεγάλες δημόσιες θυσίες και τα συλλογικά γεύματα των πόλεων.
Κατά τους ερευνητές, η ύπαρξη αυτών των οργανωμένων κοινοτικών κοπαδιών πιθανότατα συνέβαλε και στη συνοχή των πρώτων ελληνικών πόλεων-κρατών. Οι δημόσιες θυσίες δεν αποτελούσαν μόνο θρησκευτικές τελετές, αλλά και μηχανισμό διανομής τροφής στους πολίτες, δημιουργώντας παράλληλα έναν χώρο συνάντησης, συζήτησης και συμμετοχής στη δημόσια ζωή.
Η μελέτη καταλήγει ότι η τροφή στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν απλώς ζήτημα επιβίωσης ή παραγωγής. Αποτελούσε βασικό στοιχείο της κοινωνικής οργάνωσης και της πολιτικής ζωής. Ίσως, τελικά, να μην είμαστε μόνο «ό,τι τρώμε», αλλά και με ποιους μοιραζόμαστε το φαγητό μας – ακόμη και με το τι είχε τραφεί η ίδια η τροφή μας.
Πηγή: in.gr

























