Τους ενόχους των επιθέσεων άγριων ζώων σε ανθρώπους ανακαλύπτουν, με γενετικά εργαλεία, ερευνητές του Τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ. Απομονώνοντας το γενετικό υλικό από ρούχα ατόμων που δέχθηκαν επίθεση από άγρια ζώα, ταυτοποιούν ζώα που είναι δράστες επιθέσεων και συμβάλλουν στις συλλήψεις συγκεκριμένων ατόμων.
Με αυτή τη μέθοδο, έχουν καταφέρει να συλλάβουν και να απομακρύνουν τον λύκο που είχε επιτεθεί σε δρομέα στην Πάρνηθα, αλλά και να ταυτοποιήσουν τον θηλυκό λύκο που ευθύνεται για δύο επιθέσεις στον Μαρμαρά Χαλκιδικής.
Το εργαστήρι της επίκουρης καθηγήτριας στο Τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ, Δρ Νικολέτας Καραΐσκου, όπου γίνεται γενετική παρακολούθηση αρκούδας, λύκου και ελαφιού, μοιάζει σαν να είναι βγαλμένο από το… Crime Scene Investigation, με τρίχες, κόπρανα και δείγματα από κέρατα ελαφιού κάτω από το μικροσκόπιο.
Η κ. Καραΐσκου ασχολείται με τη γενετική παρακολούθηση των μεγάλων θηλαστικών τα τελευταία 15 χρόνια, σε συνεργασία με την περιβαλλοντική οργάνωση Καλλιστώ. «Ουσιαστικά, έχει δημιουργηθεί μία βάση δεδομένων με το γενετικό αποτύπωμα ενός μεγάλου αριθμού ατόμων αρκούδας, λύκου και ελαφιού. Αυτή η βάση δεδομένων μπορεί να χρησιμοποιηθεί προκειμένου να απαντηθούν διάφορα οικολογικά και εξελικτικά ερωτήματα αλλά και πολλά που έχουν εφαρμογή στη διαχείριση όλων αυτών των ειδών, κυρίως στην αντιμετώπιση περιστατικών συγκρούσεων ανθρώπων με τα αντίστοιχα είδη», αναφέρει η ίδια, μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Τα δείγματα συλλέγονται από την ομάδα πεδίου της οργάνωσης Καλλιστώ και προέρχονται είτε από νεκρά ζώα είτε από παγιδεύσεις, ενώ ένα μεγάλο μέρος των δειγμάτων προέρχεται από μη επεμβατική δειγματοληψία.
«Παρακολουθούμε τους πληθυσμούς χρησιμοποιώντας μη επεμβατικά βιολογικά δείγματα. Στην περίπτωση της αρκούδας, όταν γίνεται στοχευμένη μελέτη, τοποθετούνται συρματοπλέγματα πάνω σε στύλους της ΔΕΗ, όπου τα ζώα παρουσιάζουν μία τάση να τρίβονται πάνω τους και να μένουν οι τρίχες τους. Σε περιστατικά που έχουμε καταστροφές, όπως σε μελίσσια από αρκούδες, εκεί η ομάδα πεδίου ή η ομάδα άμεση επέμβασης, πλησιάζει τα σημεία αυτά και ψάχνει να εντοπίσει μία τούφα από τρίχες. Για τους λύκους, τα δείγματα είναι κόπρανα όπως και για τα ελάφια που μελετάμε στην Πάρνηθα, μαζί με κέρατα που απορρίπτουν τα αρσενικά».
Το DNA της άγριας ζωής
Η τελευταία μελέτη της κ. Καραΐσκου εστιάζεται στην περιοχή της Πάρνηθας, σε συνεργασία με τον ΟΦΥΠΕΚΑ και με στόχο την πίεση που ασκεί ο λύκος στο ελάφι. Όσον αφορά την αρκούδα, υπάρχουν δείγματα από διάφορους πληθυσμούς, από Ροδόπη, Καστοριά μέχρι και τα Τρίκαλα.
Από τα δείγματα που συλλέγονται, απομονώνεται το DNA και ακολουθούν οι αναλύσεις προκειμένου να γίνεται καταγραφή των πληθυσμών. Για την αρκούδα, ο πληθυσμός υπολογίζεται σε περίπου 700-800 άτομα και για τον λύκο, σε 2000. Ωστόσο, σύμφωνα με την ερευνήτρια, είναι απαραίτητο να επανακτιμηθεί ο αριθμός της αρκούδας, συλλέγοντας σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο δείγματα, από όλο το εύρος εξάπλωσης του είδους.
«Επειδή η μέχρι τώρα εκτίμηση του μεγέθους του πληθυσμού αρκούδας στη χώρα μας, έγινε με δείγματα που συλλέχθηκαν σποραδικά στο χώρο και το χρόνο, απαιτείται μια νέα εκτίμηση του πληθυσμού με δείγματα που θα έχουν συλλεχθεί σε μια κλειστή περίοδο που δεν θα έχουμε γεννήσεις και μετακινήσεις», εξηγεί.
Τα γενετικά δείγματα έδωσαν τους «ενόχους»
Όπως εκτιμά η κ. Καραΐσκου, η δουλειά που έχει προηγηθεί με τη γενετική παρακολούθηση, έχει βρει αποτελέσματα και όσον αφορά τα περιστατικά σύγκρουσης με τον άνθρωπο, όπου επιτεύχθηε η ιχνηλάτηση.
«Για παράδειγμα, μελετήσαμε τρίχες αρκούδας που μας έφεραν μετά από επιθέσεις σε μελίσσια από το Κιλκίς μέχρι τη Μικρή Βόλβη και ταυτοποίησαμε ότι πρόκειται για το ίδιο ζώο. Ο κόσμος θεωρεί ότι είναι διαφορετικές αρκούδες αυτές που κάνουν τις καταστροφές, όμως αποδείχτηκε ότι ήταν αποκλειστικά ένα άτομο που διένυσε όλη αυτή τη διαδρομή και έκανε τις καταστροφές. Άρα, είναι πολύ σημαντικό για τη λήψη διαχειριστικών μέτρων η γενετική παρακολούθηση, αφού ουσιαστικά εντοπίζεις το άτομο που έχει προβληματική συμπεριφορά».
Για τις επιθέσεις λύκων, λαμβάνονται δείγματα και από τα ρούχα των ατόμων που δέχθηκαν επίθεση, όπως έγινε στην Πάρνηθα και στον Μάρμαρα Χαλκιδικής.
«Ξέρουμε το φύλο του και μετά, στοχευμένα, αν η ομάδα πεδίου μπορέσει να ακινητοποιήσει ένα τέτοιο ζώο, λέμε αν είναι όντως αυτό που έκανε την επίθεση ή όχι. Και συνήθως, είναι με μεμονωμένα άτομο που έχουν αυτή την αποκλίνουσα συμπεριφορά, άρα η σύλληψη γίνεται στοχευμένα» καταλήγει.
Πηγή: protothema.gr




























