Δεν είναι μόνο η ιστορία ενός σκύλου που πέθανε.
Είναι η ιστορία μιας οικογένειας που επέλεξε την Ηλεία και μέσα σε μιάμιση ώρα είδε τις διακοπές της να μετατρέπονται σε εφιάλτη. Είναι η ιστορία τριών παιδιών που βρέθηκαν μπροστά στον θάνατο του τετράποδου μέλους της οικογένειάς τους.
Είναι η ιστορία τριών άλλων σκύλων που σήμερα δεν απομακρύνονται από το σημείο όπου έχει ταφεί ο φίλος τους.
Και είναι κυρίως, η ιστορία μιας υπόθεσης που παραμένει χωρίς απάντηση.
Ο Γκίζμο, ένα γαλλικό μπουλντογκάκι, μόλις τεσσάρων ετών, βρισκόταν μαζί με την οικογένειά του σε σπίτι φίλων στην Κρέστενα, όπου είχαν επιλέξει να περάσουν λίγες ημέρες ξεκούρασης.
Ο χώρος διέθετε περιφραγμένο κήπο και η καγκελόπορτα, σύμφωνα με την καταγγελία της οικογένειας, ασφαλιζόταν με τρεις σύρτες.
Υπήρχε, λοιπόν, η αίσθηση της ασφάλειας.
Μόνο που αυτή η ασφάλεια αποδείχθηκε τραγικά επίπλαστη.
Κάποιος, σύμφωνα με την καταγγελία, φέρεται να άνοιξε την πόρτα. Και στη συνέχεια ο Γκίζμο δηλητηριάστηκε.
Όλα αυτά, όπως καταγγέλλεται, συνέβησαν μέσα σε περίπου μιάμιση ώρα.
Μιάμιση ώρα ήταν αρκετή για να χαθεί μια ζωή.
Μιάμιση ώρα ήταν αρκετή για να διαλυθεί μια οικογένεια.
Και μιάμιση ώρα είναι ένα χρονικό διάστημα που γεννά ένα εξαιρετικά σοβαρό ερώτημα. Ήταν τυχαίο αυτό που συνέβη ή κάποιος παρακολουθούσε;
Η οικογένεια δεν έμεινε εκεί.
Με το που συνέβη το περιστατικό, η μητέρα πήρε το νεκρό σκυλάκι και τα παιδιά της και επέστρεψαν στο σπίτι τους. Όπως περιγράφει, και τα τρία παιδιά της βρίσκονται σε άθλια ψυχολογική κατάσταση.
«Η μικρότερη κόρη μου από τότε δεν έχει ξανακοιμηθεί μόνη της.
Η μεσαία, χρειάστηκε περίπου 14 ώρες για να μπορέσει να μιλήσει μετά το σοκ. Είδε τον Γκίζμο, έβγαλε ένα ουρλιαχτό και στη συνέχεια σιώπησε» αναφέρει.
Αυτή είναι μια πλευρά της υπόθεσης που δεν αποτυπώνεται σε μια απλή καταγραφή ενός περιστατικού δηλητηρίασης.
Γιατί πίσω από τη λέξη «φόλα» υπάρχει ένα παιδί που είδε τον φίλο του να πεθαίνει.
Υπάρχει ένα άλλο παιδί που από εκείνη τη στιγμή φοβάται να κοιμηθεί μόνο του.
Υπάρχει μια οικογένεια που πήγε διακοπές και επέστρεψε στο σπίτι της κουβαλώντας πένθος.
Ο Γκίζμο θάφτηκε στην αυλή του σπιτιού.
Και εκεί βρίσκεται μια ακόμη, σιωπηλή, πλευρά αυτής της ιστορίας.
Τα άλλα τρία σκυλάκια της οικογένειας, όπως περιγράφεται, δεν φεύγουν λεπτό από το σημείο όπου έχει θαφτεί ο φίλος τους.
Σαν να περιμένουν.
Σαν να μην έχουν καταλάβει.
Σαν να αρνούνται να φύγουν από εκεί όπου ήταν κάποτε μαζί.
Στο σπίτι υπάρχει πένθος.
Και στη γειτονιά που θανατώθηκε το σκυλάκι υπάρχει σιωπή.
Η φίλη της οικογένειας προσέφυγε στην Αστυνομία και υπέβαλε μήνυση κατά αγνώστων. Στη συνέχεια έκανε και συμπληρωματική δήλωση, προσκομίζοντας και την έκθεση του κτηνιάτρου.
Οι αρμόδιες αρχές ενημέρωσαν την οικογένεια ότι η υπόθεση παραμένει για τρεις μήνες στο Αστυνομικό Τμήμα και στη συνέχεια θα διαβιβαστεί αυτεπάγγελτα στην Εισαγγελία.
Όμως μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την οικογένεια, δεν έχει υπάρξει καμία εξέλιξη που να οδηγεί στον άνθρωπο που ευθύνεται.
Και εδώ αρχίζει η δεύτερη μεγάλη πληγή της υπόθεσης.
Γιατί όταν ένα ζώο δηλητηριάζεται με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία δεν μπορεί να περιορίζεται στο να καταγράφει τον θάνατό του.
Πρέπει να αναζητά τον δράστη.
Πρέπει να απαντά στα ερωτήματα.
Πρέπει να προστατεύει τους επόμενους.
Ποιος άνοιξε την πόρτα;
Ποιος έδωσε το δηλητήριο;
Και κυρίως, ποιος γνωρίζει και δεν μιλά;
Γιατί όπως έχει γίνει γνωστό στην περιοχή είχαν εντοπιστεί τις προηγούμενες ημέρες και νεκρά γατάκια, επίσης από φόλα.
Έτσι η υπόθεση παίρνει ακόμη πιο σοβαρές διαστάσεις.
Δεν μιλάμε πλέον απλώς για έναν σκύλο που δηλητηριάστηκε.
Μιλάμε για έναν χώρο στον οποίο φαίνεται να υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο και ιδιαίτερα σκοτεινό μοτίβο.
Και τότε η σιωπή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.
Γιατί είναι άλλο να μη γνωρίζει κανείς.
Και άλλο να γνωρίζει κάποιος και να επιλέγει να μη μιλήσει.
Η Κρέστενα και η Ηλεία όμως, δεν είναι μόνο αυτό.
Είναι ένας τόπος που φιλοξενεί ανθρώπους, οικογένειες, παιδιά, επισκέπτες που θέλουν να ξεκουραστούν και να περάσουν όμορφα. Δεν μπορεί μια τέτοια καταγγελία να γίνεται η εικόνα μιας ολόκληρης περιοχής.
Αλλά ακριβώς γι' αυτό πρέπει να διερευνηθεί.
Γιατί η αμαύρωση μιας περιοχής δεν έρχεται όταν αποκαλύπτεται ένα σκοτεινό περιστατικό.
Έρχεται όταν ένα σκοτεινό περιστατικό μένει αναπάντητο.
Έρχεται όταν μια οικογένεια φεύγει από έναν τόπο τρομαγμένη.
Έρχεται όταν τα παιδιά κουβαλούν το σοκ.
Έρχεται όταν οι κάτοικοι ακούν για νεκρά ζώα και αναρωτιούνται ποιος θα είναι ο επόμενος στόχος.
Και έρχεται, πάνω απ' όλα, όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι κανείς δεν μιλά.
Η οικογένεια δεν ζητά να γίνει κανείς δικαστής.
Δεν ζητά αυτοδικία.
Ζητά το αυτονόητο. Να διερευνηθεί η καταγγελία, και εφόσον υπάρχουν στοιχεία, να αποδοθούν ευθύνες.
Αυτό δεν είναι υπερβολή.
Είναι το ελάχιστο.
Γιατί ο Γκίζμο δεν ήταν ένα αντικείμενο που χάθηκε. Ήταν ένας σκύλος, μέλος μιας οικογένειας, ένας σύντροφος των παιδιών, ένας φίλος που βρέθηκε νεκρός μέσα σε λίγα λεπτά.
Γιατί σήμερα ο Γκίζμο βρίσκεται θαμμένος στην αυλή του σπιτιού του και τα άλλα τρία σκυλάκια εξακολουθούν να στέκονται δίπλα στον τάφο του.
Τα παιδιά εξακολουθούν να ζουν με το σοκ.
Η οικογένεια εξακολουθεί να πενθεί.
Και ο άνθρωπος που έριξε τη φόλα παραμένει, άγνωστος.
Αυτό όμως δεν μπορεί να είναι το τέλος της ιστορίας.
Το τέλος πρέπει να είναι η αλήθεια.


























