Οι διεθνείς αγορές πετρελαίου αντέδρασαν με εμφανή αισιοδοξία στην προσέγγιση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, ενσωματώνοντας ήδη στις τιμές τους την προσδοκία για πιο χαλαρές συνθήκες προσφοράς και, κατ’ επέκταση, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος το επόμενο διάστημα.
Ωστόσο, η εικόνα που διαμορφώνεται για την Ελλάδα δεν είναι ευθύγραμμη, καθώς η πορεία από το διεθνές benchmark του brent έως την τελική τιμή στην αντλία περνά μέσα από μια αλυσίδα παραμέτρων – φορολογική επιβάρυνση, λειτουργία διυλιστηρίων, κόστος LNG και ιδιαιτερότητες της ναυτιλίας – που συχνά έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από την ίδια την κίνηση του αργού.
Ο ρυθμός μεταφοράς των μειώσεων
Εφόσον η προσέγγιση Ουάσιγκτον – Τεχεράνης σταθεροποιηθεί, το βασικό ζητούμενο για την εγχώρια αγορά δεν θα είναι αν θα υπάρξει αποκλιμάκωση, αλλά ο ρυθμός και η ένταση με την οποία αυτή θα μεταφερθεί στον τελικό καταναλωτή.
Στην Ελλάδα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν αφορά την επάρκεια σε καύσιμα αλλά το κόστος με το οποίο αυτά φτάνουν στον τελικό καταναλωτή.
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η μετάδοση μιας πτώσης τιμών απαιτεί περίπου έναν μήνα και πως το brent θα μπορούσε να κινηθεί προς τα 80 δολάρια ή και χαμηλότερα, με αντίστοιχη μερική αποκλιμάκωση σε βενζίνη και diesel, επαναφέροντας τιμές αντλίας κοντά στα προπολεμικά επίπεδα, δηλαδή κάτω από τα 1,80 ευρώ/λίτρο για την αμόλυβδη και κάτω από τα 1,60 ευρώ/λίτρο για το πετρέλαιο κίνησης.
Το νέο όριο αντοχής της αγοράς πετρελαίου
Ακόμη κι αν το θετικό σενάριο δεν επιβεβαιωθεί πλήρως, η εμπειρία των τελευταίων γεωπολιτικών κρίσεων δείχνει ότι το brent δύσκολα υπερβαίνει πλέον σταθερά τα 100 δολάρια, γεγονός που συνεπάγεται μεν υψηλότερα επίπεδα από μια ομαλοποιημένη αγορά, αλλά όχι εκρηκτικά ράλι του παρελθόντος.
Παρά το γεγονός ότι η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αποτελεί βασική εστία γεωπολιτικής αστάθειας, η πρόσφατη ένταση δεν οδήγησε σε αντίστοιχη εκρηκτική αντίδραση των αγορών πετρελαίου όπως στο παρελθόν. Οι τιμές κατέγραψαν άνοδο της τάξης του 40%, ωστόσο η αγορά εισήλθε σε αυτή τη φάση ήδη ενισχυμένη από επιπλέον προσφορά που είχε διοχετευθεί προηγουμένως από τον OPEC και άλλους μεγάλους παραγωγούς, λειτουργώντας ως «μαξιλάρι» απορρόφησης των κραδασμών.
Γενικότερα πάντως, τα στοιχεία δείχνουν ότι η σημερινή αγορά πετρελαίου είναι πιο ανθεκτική σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, ακόμη κι αν το κόστος μεταφοράς, τα ασφάλιστρα κινδύνου και οι τιμές των καυσίμων συνεχίζουν να επηρεάζονται από την αβεβαιότητα.
Η εκτόξευση της αμερικανικής παραγωγής και ο ρόλος των αποθεμάτων
Η εικόνα διαφοροποιείται ουσιαστικά σήμερα από τις εποχές που ανάλογες γεωπολιτικές εντάσεις μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακραίες ανατιμήσεις. Σε αυτό συμβάλλει κυρίως η εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία έχει αυξηθεί κατά περίπου 230%, από περίπου 6 εκατ. βαρέλια ημερησίως προ δεκαετίας σε σχεδόν 20 εκατ. σήμερα.
Την ίδια στιγμή, η ύπαρξη εκτεταμένων στρατηγικών αποθεμάτων σε μεγάλες οικονομίες – με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κίνα, η οποία διαθέτει αποθηκευτική ικανότητα της τάξης του 1,3 δισ. βαρελιών – ενισχύει περαιτέρω την ανθεκτικότητα του συστήματος.
Το «geopolitical premium» αντί για πραγματική έλλειψη πετρελαίου
Δεν είναι τυχαίο ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν αντανακλά μια πραγματική κατάρρευση της παγκόσμιας προσφοράς, αλλά κυρίως το λεγόμενο «γεωπολιτικό premium», δηλαδή το επιπλέον κόστος που ενσωματώνουν οι αγορές όταν αυξάνεται η αβεβαιότητα.
Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κρίσιμα (20 με 21 εκατ. βαρέλια πετρελαίου ημερησίως διέρχονται από εκεί ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου), αλλά όχι αναντικατάστατα. Η παγκόσμια αγορά διαθέτει πλέον εναλλακτικές λύσεις. Αγωγοί στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επιτρέπουν την παράκαμψη του Ορμούζ, ενώ η ανακατεύθυνση φορτίων από άλλες παραγωγικές περιοχές συμβάλλει στη μερική εξισορρόπηση των απωλειών.
Περιορισμένη δυναμικότητα των εναλλακτικών και ο ορίζοντας έως το 2027
Βέβαια, οι εναλλακτικές έχουν περιορισμένη δυναμικότητα και δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως τις θαλάσσιες ροές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η σταδιακή αποκατάσταση των ροών μέσω του Ορμούζ αναμένεται να οδηγήσει σε εξομάλυνση της αγοράς και επαναφορά της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου σε πιο φυσιολογικά επίπεδα έως το 2027.
Πάντως, Σαουδική Αραβία, Ιράκ και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εξακολουθούν να χρησιμοποιούν τον διάδρομο ως βασική οδό εξαγωγών.
Οι τιμές των καυσίμων στην Ευρώπη παραμένουν ευάλωτες
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ΕΕ συνεχίζει να εμφανίζει υψηλή εξάρτηση από το πετρέλαιο. Το 2024 τα πετρελαιοειδή αντιπροσώπευαν το 38% του ενεργειακού μείγματος, ενώ το 97% του πετρελαίου που καταναλώνεται στα κράτη μέλη προέρχεται από εισαγωγές. Η ευαισθησία αυτή αποτυπώνεται και στις τιμές λιανικής καθώς οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή οδήγησαν σε άνοδο περίπου 40% στις τιμές των πετρελαϊκών προϊόντων σε σχέση με την καθοδική πορεία των τελευταίων ετών.
Γι΄ αυτό άλλωστε η Ευρώπη έχει ήδη κινητοποιήσει 11,8 δισεκατομμύρια ευρώ σε μέτρα στήριξης για να περιορίσει τις επιπτώσεις των αυξημένων ενεργειακών τιμών σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην κορυφή της λίστας. Τα μεγαλύτερα ποσά δαπανώνται για τη μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Πολλά κράτη μέλη της ΕΕ έχουν θεσπίσει και μέτρα ανά τομέα (π.χ. επιστροφές χρημάτων για καύσιμα) και 9 έχουν θεσπίσει μέτρα που απευθύνονται ειδικά στα νοικοκυριά.
Ελλάδα: Ισχυρή διυλιστική βάση, αλλά όχι προστασία από τις διεθνείς ανατιμήσεις
Στην Ελλάδα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν αφορά την επάρκεια σε καύσιμα αλλά το κόστος με το οποίο αυτά φτάνουν στον τελικό καταναλωτή. Η χώρα μας, όπως και η ΕΕ, εξαρτάται απόλυτα από εισαγόμενο πετρέλαιο και έτσι η πορεία του brent παραμένει ο καθοριστικότερος παράγοντας για τις τιμές καυσίμων που θα διαμορφωθούν το επόμενο διάστημα, το οποίο επηρεάζεται όχι μόνο από τις πραγματικές ελλείψεις αλλά και από το αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο, το κόστος ασφάλισης φορτίων, τις καθυστερήσεις στις μεταφορές και τη μείωση της διαθεσιμότητας πλοίων. Η ναυτιλιακή κίνηση στα Στενά του Ορμούζ παραμένει αισθητά μειωμένη, καθώς οι εταιρείες εξακολουθούν να αποτιμούν υψηλό κίνδυνο στην περιοχή.
Σε περίπτωση δε παράκαμψης μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, οι χρόνοι μεταφοράς μπορούν να αυξηθούν κατά 15 έως 30 ημέρες, γεγονός που ανεβάζει τους ναύλους και περιορίζει πρακτικά τη διαθέσιμη ναυτιλιακή χωρητικότητα.
Ταυτόχρονα όμως, στην Ελλάδα το 45% – 60% της τελικής τιμής των καυσίμων εξακολουθεί να αποτελείται από φόρους και άλλες επιβαρύνσεις. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μικρές αυξήσεις στην τιμή του αργού μπορούν να πολλαπλασιάσουν την επιβάρυνση που φτάνει στον τελικό χρήστη.
Έτσι, ακόμη και αν το brent υποχωρήσει προς τα 80 δολάρια το βαρέλι και συνεχιστεί η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών, η ελάφρυνση που θα φτάσει τελικά στις αντλίες θα είναι σαφώς πιο περιορισμένη για τους Έλληνες καταναλωτές. Επίσης, εκτός από τη φορολογική επιβάρυνση, ανάλυση του κόστους των καυσίμων έδειξε ότι οι διεθνείς ανατιμήσεις μεταφέρθηκαν κυρίως μέσω της τιμής διυλιστηρίου. Μεταξύ Μαΐου 2025 και Μαΐου 2026 η τιμή διυλιστηρίου στη βενζίνη αυξήθηκε κατά 49%, ενώ στο πετρέλαιο κίνησης κατά 37%.
Πάντως, η κρίση στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξε ότι η Ελλάδα διαθέτει μία από τις ισχυρότερες διυλιστικές υποδομές στην ευρύτερη περιοχή. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν χθες από τους κ.κ. Κώστα Ανδριοσόπουλο και Μανώλη Μαρκάκη στο σεμινάριο «Κατανοώντας το νέο ενεργειακό τοπίο: Γεωπολιτική, ενεργειακή ασφάλεια και αγορές πετρελαίου» που διοργάνωσε το HELLENiQ Energy Center for Sustainability and Energy, η συνολική δυναμικότητα των ελληνικών διυλιστηρίων φτάνει τα 587.000 βαρέλια ημερησίως, εκ των οποίων τα 342.000 προέρχονται από τις μονάδες της HELLENiQ ENERGY και τα 245.000 από τη Motor Oil.
Πηγή: in.gr























![Πετρέλαιο: Κάτω από τα 90 δολ. λόγω εξαγγελιών Τραμπ περί συμφωνίας [γράφημα]](/media/k2/items/cache/838f26c81c0d2e6e0d08735e5ab28dca_M.jpg?t=20260612_100522)




