Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media) έχουν μετατραπεί τα τελευταία χρόνια στον βασικό «ύποπτο» για την επιδείνωση της ψυχικής υγείας των εφήβων. Καθώς τα ποσοστά άγχους, κατάθλιψης και άλλων ψυχολογικών δυσκολιών αυξάνονται σε πολλές χώρες, η παράλληλη άνοδος της χρήσης πλατφορμών όπως το TikTok, το Instagram, το Snapchat και το X έχει οδηγήσει πολλούς στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για σχέση αιτίας και αποτελέσματος.
Η επιστήμη, ωστόσο, δεν έχει καταλήξει σε τόσο ξεκάθαρη ετυμηγορία.
Παρά τον τεράστιο όγκο ερευνών που έχουν δημοσιευθεί τα τελευταία χρόνια, οι επιστήμονες εξακολουθούν να διαφωνούν ως προς το πραγματικό αποτύπωμα των social media στην ψυχική υγεία των νέων. Σύμφωνα με τον δρ. Εόιν Γουίλαν σε σχετικό άρθρο του στο Conversation, υπάρχουν μελέτες που συνδέουν τη χρήση τους με αρνητικές επιπτώσεις, άλλες που καταγράφουν οφέλη και αρκετές που δεν εντοπίζουν καμία ουσιαστική επίδραση. Το αποτέλεσμα είναι ένα επιστημονικό πεδίο γεμάτο αντιφατικά συμπεράσματα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί πρόσφατη έρευνα που παρακολούθησε περισσότερους από 100.000 Αυστραλούς εφήβους επί τρία χρόνια. Σύμφωνα με τα ευρήματά της, η μέτρια χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συνδέθηκε με καλύτερους δείκτες ευημερίας. Αντίστοιχα, άλλη μεγάλη μελέτη διαπίστωσε ότι οι έφηβοι που χρησιμοποιούν τα social media για να αναζητούν κοινωνική υποστήριξη εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα αυτοεκτίμησης.
Από την άλλη πλευρά, δεν λείπουν οι έρευνες που καταγράφουν σταθερή σύνδεση ανάμεσα στη χρήση των κοινωνικών δικτύων και σε χειρότερους δείκτες ψυχικής υγείας, ιδιαίτερα μεταξύ των κοριτσιών. Παράλληλα, άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η σχέση που εντοπίζεται είναι τόσο ασθενής ώστε δεν μπορεί να θεωρηθεί κλινικά σημαντική.
Μια διαφορετική προσέγγιση στο ίδιο ερώτημα
Προσπαθώντας να κατανοήσει γιατί οι μελέτες καταλήγουν τόσο συχνά σε διαφορετικά συμπεράσματα, ο ερευνητής Εόιν Γουίλαν ανέλυσε ένα δημόσια διαθέσιμο σύνολο δεδομένων που αφορούσε σχεδόν 3.000 εφήβους ηλικίας 15 και 16 ετών από τη δυτική Ιρλανδία.
Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος Specification Curve Analysis (SCA), μια υπολογιστική τεχνική που επιτρέπει στους ερευνητές να εξετάσουν ταυτόχρονα όλες τις θεωρητικά πιθανές σχέσεις ανάμεσα στις μεταβλητές ενός συνόλου δεδομένων.
Στην περίπτωση της συγκεκριμένης έρευνας, εξετάστηκαν οι συσχετίσεις ανάμεσα στον χρόνο που αφιερώνουν οι έφηβοι καθημερινά στα social media και σε μια σειρά παραγόντων, όπως η αυτοεκτίμηση, το αντιλαμβανόμενο στρες, το άγχος, η κατάθλιψη, οι διατροφικές συνήθειες, η σωματική δραστηριότητα και η ποιότητα του ύπνου.
Όταν υπολογίστηκαν όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί των σχετικών μεταβλητών, προέκυψαν περισσότερες από 50.000 διαφορετικές αναλύσεις που εξέταζαν πιθανές συνδέσεις ανάμεσα στα social media και την υγεία των εφήβων.
Πώς αλλάζει το αποτέλεσμα ανάλογα με την ανάλυση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης ήταν ότι το συμπέρασμα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά ανάλογα με τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων.
Για παράδειγμα, όταν οι ερευνητές εξέτασαν αποκλειστικά τον χρόνο που περνούν τα αγόρια στα social media και τον συνέκριναν με τον χρόνο που αφιερώνουν στη σωματική άσκηση, προέκυψε θετική συσχέτιση: όσο περισσότερο χρησιμοποιούσαν τα κοινωνικά δίκτυα, τόσο περισσότερο χρόνο αφιέρωναν και στη φυσική δραστηριότητα.
Όταν όμως από το μοντέλο αφαιρέθηκαν μεταβλητές ελέγχου όπως η εθνικότητα και η οικονομική κατάσταση της οικογένειας, η συγκεκριμένη σχέση έπαψε να είναι στατιστικά σημαντική. Και όταν αφαιρέθηκαν όλοι οι παράγοντες ελέγχου, όπως η ηλικία, η σχολική τάξη, η εθνικότητα και ο οικογενειακός πλούτος, η σχέση αντιστράφηκε και έγινε αρνητική και στατιστικά σημαντική.
Με άλλα λόγια, τα ίδια ακριβώς δεδομένα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικά συμπεράσματα ανάλογα με τις παραμέτρους που συμπεριλαμβάνονταν στην ανάλυση.
Τι έδειξε η συνολική εικόνα
Όταν συνυπολογίστηκαν όλες οι πιθανές αναλύσεις, το γενικό συμπέρασμα ήταν ότι η μεγαλύτερη ενασχόληση με τα social media συνδέεται συχνότερα με λιγότερο θετικά αποτελέσματα για την υγεία και την ευημερία των εφήβων.
Συγκεκριμένα, το 64% των αναλύσεων έδειξε ότι ο περισσότερος χρόνος στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης σχετίζεται με χειρότερους δείκτες υγείας.
Ωστόσο, το μέγεθος αυτής της επίδρασης αποδείχθηκε μικρό. Όταν οι ερευνητές συνέκριναν την επιρροή των social media με άλλους παράγοντες, όπως το αίσθημα ασφάλειας στο σχολείο ή η ύπαρξη υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος, διαπίστωσαν ότι οι τελευταίοι είχαν πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Μάλιστα, ο χρόνος που αφιερώνουν οι έφηβοι στα social media αναδείχθηκε ως ένας από τους πιο αδύναμους προγνωστικούς παράγοντες της συνολικής τους υγείας μέσα στο συγκεκριμένο δείγμα.
Είναι τελικά τα social media ο βασικός ένοχος;
Τα ευρήματα αυτά αμφισβητούν την κυρίαρχη άποψη ότι οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν τον βασικό λόγο πίσω από την αύξηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας στους νέους.
Σε παρόμοιο συμπέρασμα κατέληξε και πρόσφατη έκθεση της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις ότι τα social media προκαλούν εκτεταμένη βλάβη στους εφήβους.
Ο ίδιος ο ερευνητής επισημαίνει πάντως ότι τα αποτελέσματα πρέπει να αντιμετωπιστούν με προσοχή και δεν είναι βέβαιο ότι αντικατοπτρίζουν την εμπειρία όλων των νέων. Οι κίνδυνοι που συνδέονται με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παραμένουν υπαρκτοί και δεν πρέπει να υποτιμώνται.
Παράλληλα, σημειώνει ότι εάν τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν πως ο χρόνος που περνούν οι έφηβοι online δεν προκαλεί σοβαρή βλάβη στην ευημερία τους, τότε θα πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι δεν την ενισχύει σημαντικά.
Τι μπορεί να κάνει πραγματικά τη διαφορά
Αν ο στόχος είναι η βελτίωση της ψυχικής υγείας και της ποιότητας ζωής των εφήβων, οι παρεμβάσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν σε παράγοντες που φαίνεται να έχουν πολύ μεγαλύτερη επίδραση: στη δημιουργία ασφαλών σχολικών περιβαλλόντων, στην ενίσχυση της οικογενειακής υποστήριξης και στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού.
Οι έφηβοι που συμμετείχαν στην ιρλανδική έρευνα δήλωσαν ότι περνούν κατά μέσο όρο περίπου δυόμισι ώρες ημερησίως στα social media. Σύμφωνα με τον ερευνητή, η αντικατάσταση μέρους αυτού του χρόνου με δραστηριότητες που έχουν αποδεδειγμένα οφέλη για την ευημερία των νέων — όπως η σωματική άσκηση, οι δημιουργικές δραστηριότητες και ο εθελοντισμός — θα μπορούσε να αποτελέσει μια πιο αποτελεσματική στρατηγική για την ενίσχυση της ψυχικής υγείας τους.
Πηγή: in.gr




























