Τους λόγους για τους οποίους πλημμυρίζουν τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών των παιδιατρικών νοσοκομείων με παιδιά, αναδεικνύει μελέτη του Παίδων «Αγία Σοφία», σε δείγμα περίπου 2.300 παιδιών.
Ο παιδίατρος και διευθυντής του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών του νοσοκομείου, Σταύρος Αντωνόπουλος, παρουσίασε τα κύρια ευρήματα της μελέτης, μιλώντας στο ΕΡΤnews. Σύμφωνα με αυτά, το 85,3% των παιδιών προσήλθε στο νοσοκομείο με πρωτοβουλία των γονέων, ενώ μόλις το 3,9% είχε εξεταστεί προηγουμένως και παραπεμφθεί από ιδιώτη παιδίατρο.
Χωρίς τακτική παρακολούθηση το 35% των παιδιών
Επίσης, σχεδόν δύο στα τρία παιδιά, σε ποσοστό 67%, έλαβαν εξιτήριο αμέσως μετά την κλινική εξέταση, χωρίς να χρειαστούν διαγνωστικές εξετάσεις, όπως αιματολογικές, απεικονιστικές ή ούρων. Αυτό δείχνει ότι πρόκειται για περιστατικά που θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν σε μία δομή Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας ή σε ένα ιδιωτικό παιδιατρικό ιατρείο.
Σύμφωνα με τον κ. Αντωνόπουλο, η επιλογή των γονέων να αναζητήσουν νοσοκομειακή φροντίδα δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται λανθασμένη. «Ο γονέας θέλει το καλύτερο για το παιδί του και θεωρεί ότι το πρόβλημα εκείνη τη στιγμή είναι το σημαντικότερο», ανέφερε. Μεταξύ των αιτιών που οδηγούν τις οικογένειες απευθείας στο νοσοκομείο, είναι η δυσκολότερη πρόσβαση σε ιδιωτικά ιατρεία τα Σαββατοκύριακα, η διαθεσιμότητα των παιδιάτρων, αλλά και το γεγονός ότι περίπου το 35% των παιδιών δεν έχει τακτική παιδιατρική παρακολούθηση.
Πάνω από 70.000 περιστατικά τον χρόνο στις εφημερίες
Ο Διευθυντής του ΤΕΠ του «Αγία Σοφία» δήλωσε ότι το νοσοκομείο εφημερεύει περίπου 185 ημέρες τον χρόνο και δέχεται ετησίως από 70.000 έως 73.000 περιστατικά. Ο κ. Αντωνόπουλος τόνισε ότι μέσα σε αυτήν τη μεγάλη ροή, πρέπει να εντοπίζονται άμεσα τα πραγματικά επείγοντα περιστατικά, στα οποία μπορεί να κινδυνεύει ακόμη και η ζωή του παιδιού.
Η ίδρυση αυτόνομου Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών στο «Αγία Σοφία» βελτίωσε σημαντικά τη διαλογή, τη ροή των ασθενών και τους χρόνους αναμονής. Αντίστοιχο ΤΕΠ λειτουργεί και στο Νοσοκομείο Παίδων «Παναγιώτη και Αγλαΐας Κυριακού». «Στον παιδιατρικό πληθυσμό πρέπει να αυξηθούν τα αυτόνομα ΤΕΠ. Προς το παρόν έχουμε δύο στη χώρα και αυτό αποτελεί ένα μεγάλο στοίχημα για τη διαχείριση των αυξημένων ροών», είπε.
Ένα από τα στοιχεία, πάντως, που προκάλεσαν προβληματισμό είναι ότι μόνο το 66% των παιδιών που συμμετείχαν στη μελέτη, είχε εμβολιαστεί πλήρως. Το μεγαλύτερο κενό εντοπίστηκε στα βρέφη ηλικίας έως ενός έτους. Σύμφωνα με τον κ. Αντωνόπουλο, το ποσοστό αυτό είναι χαμηλό για μία χώρα, που θεωρείται ότι διαθέτει καλή κάλυψη. Ο ίδιος εκτίμησε ότι μεταξύ των πιθανών αιτιών είναι η δυσκολία πρόσβασης σε δημόσιες δομές εμβολιασμού, ιδιαίτερα για ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και οικογένειες χωρίς ΑΜΚΑ. Τέλος, τόνισε ότι χρειάζονται σταθερές δημόσιες υπηρεσίες εμβολιασμού, καθώς όταν μία δομή βασίζεται σε έναν μόνο γιατρό, η αποχώρηση ή η απουσία του μπορεί να διακόψει την εμβολιαστική κάλυψη μιας ολόκληρης περιοχής.




























