Υπήρξαν στιγμές που αμφισβήτησε εντόνως την απόφασή του να ακολουθήσει το δρόμο της υποκριτικής. Τα πρώτα δύσκολα χρόνια, τα υπόγεια θέατρα με τρεις καρέκλες, οι πόρτες που δεν άνοιγαν, οι προτάσεις που δεν έρχονταν… Εκείνος όμως επέμεινε. Η αγάπη του για το θέατρο ήταν πολύ μεγαλύτερη από την απογοήτευση και την κούραση. Και η ζωή είχε ήδη χαράξει το δρόμο του Δημήτρη Γκοτσόπουλου…
Η πλειοψηφία του κοινού τον γνώρισε μέσα από τηλεοπτικούς ρόλους: ήταν ο «Λάμπρος Σεβαστός» στις «Άγριες Μέλισσες» και όλο ο πατέρας Νικόλαος στον «Άγιο έρωτα». Τα καλοκαιρινά φεστιβάλ δίνουν την ευκαιρία να απολαύσουμε αγαπημένους ηθοποιούς στο σανίδι. Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος ως Νεοπτόλεμος στην τραγωδία του Σοφοκλή «Φιλοκτήτης» στο πλευρό του Γιώργου Κιμούλη και του Θοδωρή Κατσαφάδου, έρχεται στην Ηλεία την Τετάρτη 16 Ιουλίου, στο πλαίσιο του 35ου Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίας Ήλιδας.
Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, μιλά στο ilialive.gr για τα πρώτα δύσκολα αλλά και συγχρόνως μαγικά βήματα στο σανίδι και στο χώρο της υποκριτικής, την έλξη που ασκεί ο κάθε ήρωας που υποδύεται, τον τρόπο που αντιμετωπίζει την αναγνωρισιμότητα και την παράσταση του Σοφοκλή που τον οδήγησε σε νέα μονοπάτια αυτογνωσίας. Αυτό που εισπράττει ο συνομιλητής του, εκτός την έμφυτη ευγένεια του χαρακτήρα του, είναι ο σεβασμός με τον οποίο αντιμετωπίζει τον χώρο του θεάτρου και τα αρχαία κείμενα. Γι’ αυτό-και για άλλα πολλά-ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος είναι ένας ηθοποιός της νέας γενιάς που θα μας απασχολήσει για πολλά χρόνια ακόμη…
Ανατρέχοντας σε παλαιότερες συνεντεύξεις σας, εισέπραξα την εντύπωση ότι υπήρξατε ένα νεαρό άτομο χωρίς σαφή σχέδια για το μέλλον, ενώ η ζωή είχε ήδη έτοιμο πλάνο για σας και σας προόριζε για τον χώρο της υποκριτικής. Ήταν όντως κάπως έτσι τα πράγματα;
Ήμουν σίγουρα νέος που δεν ήξερε προς τα πού να κοιτάξει. Δεν είχα τη συνταγή. Αλλά ένιωθα μια εσωτερική έλξη, ένα μάτι που με τραβούσε προς τη σκηνή. Η ζωή, με κάποιον τρόπο, την είδε πρώτη. Και με έσπρωξε εκεί όπου έπρεπε να είμαι. Δεν ήταν προδιαγεγραμμένο, αλλά ήταν προορισμένο: δεν επέλεξα εγώ το πεδίο, αλλά αυτό με βρήκε.
Τι θυμάστε έντονα από τα πρώτα χρόνια της επαφής σας με το θέατρο, είτε ως σπουδαστής στη σχολή είτε όταν προσπαθούσατε στα πρώτα σας βήματα;
Θυμάμαι τα χέρια που τρέμουν πριν την πρώτη πρόβα. Το άρωμα του ξύλου στη σκηνή, το φως που σε αποκαλύπτει αλλά και σε καλεί σε υποταγή. Οι συνάδελφοι στη σχολή, που έγιναν οι πρώτοι συνοδοιπόροι. Μια παρέα από ψυχές που έμαθαν τι σημαίνει να «γδύνεσαι» μπροστά στο κοινό. Θυμάμαι όμως και την ατέλειωτη προσπάθεια μετά: τα αφιλόξενα υπόγεια θέατρα, με τρεις καρέκλες και δυο φώτα· εκεί, όπου κατανόησα τι σημαίνει «υπομονή».
Νιώσατε ποτέ ότι ίσως το… όνειρο να μην βγει αληθινό; Υπήρξαν δηλαδή στιγμές που ίσως να αμφισβητήσατε την απόφασή σας;
Ναι. Και το λέω χωρίς καμία ντροπή. Υπήρξαν στιγμές που αναρωτήθηκα αν έχω πάρει τον σωστό δρόμο. Όταν οι πόρτες δεν ανοίγουν, όταν νιώθεις ότι δίνεις και δεν παίρνεις πίσω, όταν σε κυριεύει η κούραση — εκεί δοκιμάζονται όλα. Δεν αμφισβήτησα όμως την αγάπη μου για το θέατρο· αμφισβήτησα αν θα μου επιτρέψει ο κόσμος να του τη δείξω. Αλλά εκεί κατάλαβα και κάτι βαθύτερο: ότι ο ήρωας δεν είναι αυτός που προσπαθεί να σε κάνει να τον θαυμάσεις. Είναι αυτός που σε αναγκάζει να κοιταχτείς στον καθρέφτη των ίδιων σου των ελαττωμάτων. Κι όταν βρέθηκα να παίζω τέτοιους ρόλους, ήταν σαν να μίλαγαν και στους δικούς μου φόβους. Το όνειρο δεν είναι να ανέβεις απλώς στη σκηνή — είναι να μείνεις εκεί, αληθινός, εκτεθειμένος και χρήσιμος.
Οι «Άγριες Μέλισσες» σας έκαναν γνωστό στο ευρύ κοινό – καλώς ή κακώς το κάνει αυτό η τηλεόραση. Πώς αντιμετωπίσατε την έντονη αναγνωρισιμότητα;
Με σεβασμό και φιλική διάθεση. Η τηλεόραση είναι ένας φακός που σου φωτίζει τη ζωή—και συνεχώς πρέπει να θυμάσαι ποιος είσαι. Προσπαθώ να διατηρώ την επαφή με τους ανθρώπους που με αγάπησαν απλώς για το έργο μου, όχι γιατί έγινα «προνόμιο». Όταν με σταματούν στο δρόμο ευγενικά, τους χαμογελώ και ευχαριστώ. Όμως η ουσία παραμένει στο τι χτίζω στη σκηνή. Εκεί είμαι πιο αυθεντικός απ’ ό,τι ο καθρέφτης της δημόσιας εικόνας.
Μόλις ολοκληρώθηκε ο πρώτος κύκλος της σειράς που έκανε πάλι αίσθηση στο τηλεοπτικό κοινό, ο «Άγιος Έρωτας». Πώς γίνεται και σας… βρίσκουν όλες οι ποιοτικές τηλεοπτικές δουλειές;
Θεωρώ ότι κάνω επιλογές βάσει ποιότητας και ουσίας. Δεν επιλέγω απλώς ρόλους· επιλέγω επικοινωνία. Θέλω κάθε δουλειά να λέει κάτι, να έχει κάτι να προσφέρει στον κόσμο. Ίσως αυτό, μαζί με την επιμονή και την αξιοπρέπεια, με κάνει να λειτουργώ σε ένα επίπεδο όπου οι δημιουργοί με εμπιστεύονται—και φτιάχνουν δουλειές που σέβονται την τέχνη και το κοινό.
Τελικά ο π. Νικόλαος θα ζήσει; Τι spoiler θα μας δώσετε για την επόμενη σεζόν;
Δεν μπορώ να αποκαλύψω τα πάντα, αλλά μπορώ να πω πως οι σχέσεις στον «Άγιο Έρωτα» είναι πολυεπίπεδες και συχνά κρύβουν ανατροπές. Ο π. Νικόλαος έχει εσωτερικό βάθος, πολύ προσωπικό κόστος—θα δείτε ότι πίσω από τη μάσκα του ήρωα υπάρχει ανθρώπινη φθορά. Ίσως η πορεία του να μην είναι μονοδιάστατη… αλλά και πάλι… ψάξτε την αλήθεια πίσω από τη σιωπή.
Και φτάνουμε στο σήμερα με τον «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή. Μιλήστε μας για τον ρόλο σας και περιγράψτε μας τον χαρακτήρα του Νεοπτόλεμου. Τι σας γοητεύει, τι σας απωθεί και πόσο σύγχρονος είναι τελικά αυτός ο χαρακτήρας;
Ο Νεοπτόλεμος είναι ένας ήρωας υπό διαμόρφωση: απορροφημένος μέσα στην αφήγηση των πατέρων του, παλεύει να δικαιώσει την κληρονομιά της αρετής και του πολέμου. Αυτό που με γοητεύει είναι η αντίθεση ανάμεσα στον παρορμητικό νεανικό ενθουσιασμό και τη βαριά επίγνωση του τι σημαίνει θυσία. Αυτό που με απωθεί είναι οι στιγμές που η αυτοπεποίθηση γίνεται αλαζονεία — αλλά και αυτές είναι αναπόφευκτες όταν συνυπάρχουν η τιμή με τη μοίρα. Ο Νεοπτόλεμος είναι πιο σύγχρονος από όσο νομίζουμε: ο ενήλικος που παλεύει να ορίσει τη δική του ταυτότητα καθώς κουβαλάει το φορτίο της ιστορίας και της μανίας της αντεκδίκησης.
Πόσο «Δημήτρη» ανακαλύψατε στον «Νεοπτόλεμο»;
Ο Δημήτρης δεν μοιάζει με τον Νεοπτόλεμο ως προς το βίωμα της συγκρουσιακής κληρονομιάς — εμένα όμως με συνδέει το προσωπικό ταξίδι αποδοχής και αυτογνωσίας. Κι εγώ είχα φάσεις που ερχόταν η πεποίθηση, αλλά και η απώθηση να συναντήσω τους «ήρωες» μου. Όπως ο Αχιλλέας φτιάχνει κώδικες, έτσι κι εγώ προσπαθώ να τιμήσω τα όρια και το ταξίδι ενός ήρωα, χωρίς να παραδοθώ στον ναρκισσισμό ή την αφέλεια.
Πώς είναι να σε σκηνοθετεί ο Γιώργος Κιμούλης; Και φυσικά να συνυπάρχεις στη σκηνή μαζί του και με τον Θοδωρή Κατσαφάδο;
Με τον Γιώργο είναι ταυτόχρονα τιμή και πρόκληση. Είναι παθιασμένος με το λόγο και το βάθος — όταν σε καθοδηγεί, σου ζητά να αγγίξεις το όριο σου. Αλλά δεν αφήνει κανέναν να «φύγει» χωρίς το αποτύπωμά του πάνω στη σκηνή. Ο Θοδωρής είναι σύντροφος, άνθρωπος με ευγένεια, αλλά και απόλυτη επαγγελματική αυστηρότητα. Η παράσταση γεννιέται σε μια κοινή στοχοπροσήλωση: να αποδοθεί ο Σοφοκλής με σύγχρονη ανάσα, αλλά και με άχρονη μνήμη.



























