Μια νέα μελέτη υποδηλώνει ότι η δυσκολία στην αναγνώριση και την έκφραση των συναισθημάτων μπορεί να εντείνει τον χρόνιο πόνο. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η βελτίωση της συναισθηματικής επίγνωσης θα μπορούσε να συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη διαχείριση του πόνου.
Ο πόνος αποτελεί αναπόφευκτο «κακό»: Ένας τραυματισμένος μυς, ένας καταπονημένος αυχένας, μια μέση που ταλαιπωρείται και πολλά ακόμη μπορούν να διαταράξουν τις καθημερινές δραστηριότητες, μερικές φορές για ολόκληρες μέρες ή και εβδομάδες. Για εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν με χρόνιο πόνο, ωστόσο, η δυσφορία δεν αποτελεί μια προσωρινή ενόχληση, αλλά μια επίμονη πρόκληση, που επηρεάζει τη σωματική και συναισθηματική τους ευεξία.
Ενώ η θεραπεία συχνά επικεντρώνεται στις σωματικές αιτίες του πόνου, όλο και περισσότερα στοιχεία υποδηλώνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο αναγνωρίζουμε και διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας μπορεί επίσης να επηρεάσει την ένταση με την οποία τον βιώνουμε. Μια νέα μελέτη από το Πανεπιστήμιο Johns Hopkins αναδεικνύει τον ρόλο της αλεξιθυμίας, ενός χαρακτηριστικού της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από δυσκολία στην αναγνώριση, την κατανόηση και την περιγραφή των συναισθημάτων του ατόμου.
Η κρυφή σύνδεση συναισθημάτων και πόνου
Η αλεξιθυμία δε σημαίνει ότι κάποιος στερείται συναισθημάτων, αλλά ότι δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τι αισθάνεται ή να εκφράσει αυτά τα συναισθήματα με λόγια. Σύμφωνα με ερευνητές υπό την ηγεσία της Rachel Aaron, αυτή η δυσκολία θα μπορούσε να έχει σημαντικές συνέπειες στη διαχείριση του χρόνιου πόνου.
Όταν τα συναισθήματα δεν αναγνωρίζονται, η ρύθμισή τους γίνεται πιο δύσκολη. Το άγχος, η απογοήτευση και η θλίψη συσσωρεύονται, αυξάνοντας την ψυχική και, ενδεχομένως, τη σωματική δυσφορία. Με την πάροδο του χρόνου, αυτός ο συνδυασμός δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: Ο πόνος προκαλεί συναισθηματική δυσφορία και οι δυσκολίες στη διαχείριση αυτής της δυσφορίας μπορεί να κάνουν την αίσθηση του πόνου ακόμη πιο αφόρητη.
Τι αποκάλυψε η διετής μελέτη
Για να διερευνήσουν αυτή τη σχέση, οι ερευνητές ανέλυσαν τα δεδομένα περισσότερων από 1.500 ενηλίκων στις ΗΠΑ, ηλικίας 41 ετών κατά μέσο όρο, που ζούσαν με χρόνιο πόνο. Οι ερευνητές παρακολούθησαν τους συμμετέχοντες για 24 μήνες.
Η ερευνητική ομάδα αξιολόγησε 3 διαστάσεις της αλεξιθυμίας:
- τη δυσκολία αναγνώρισης των συναισθημάτων,
- τη δυσκολία περιγραφής τους και
- την τάση εστίασης σε εξωτερικά γεγονότα, αντί για εσωτερικές συναισθηματικές εμπειρίες.
Οι συμμετέχοντες ανέφεραν, επίσης, την ένταση του πόνου τους και τα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης.
Τα ευρήματα αποκάλυψαν μια σταθερή σχέση μεταξύ αλεξιθυμίας, ψυχολογικής δυσφορίας και σοβαρότητας του πόνου. Τα άτομα που αντιμετώπιζαν μεγαλύτερη δυσκολία στην επεξεργασία των συναισθημάτων τους έτειναν να αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα δυσφορίας, τα οποία, στη συνέχεια, συσχετίστηκαν με εντονότερο πόνο.
Γιατί η συναισθηματική επίγνωση έχει σημασία
Φανταστείτε να τραυματίσετε το πόδι σας λίγο πριν από τις πολυαναμενόμενες διακοπές σας. Πέρα από τη σωματική δυσφορία, ενδέχεται να νιώσετε απογοήτευση, εκνευρισμό ή άγχος για το αν ο τραυματισμός θα επηρεάσει τα σχέδιά σας. Αυτές οι συναισθηματικές αντιδράσεις είναι απολύτως κατανοητές. Ωστόσο, όταν δεν αναγνωρίζονται ή δεν αντιμετωπίζονται, μπορεί να συμβάλουν στη συνολική επιβάρυνση του πόνου.
Οι ερευνητές επισημαίνουν, επίσης, ψυχολογικές διεργασίες όπως η καταστροφολογία και ο φόβος, που μπορεί να εντείνουν τις αρνητικές σκέψεις και την εστίαση της προσοχής στον πόνο. Η αναγνώριση αυτών των αντιδράσεων δεν εξαλείφει έναν τραυματισμό, ούτε θεραπεύει μια υποκείμενη ασθένεια. Μπορεί, ωστόσο, να βοηθήσει τα άτομα να ανταποκριθούν στην ταλαιπωρία πιο αποτελεσματικά και να μειώσουν την επιπλέον δυσφορία που τη συνοδεύει.
Μπορούν οι συναισθηματικές δεξιότητες να γίνουν μέρος της θεραπείας του πόνου;
Αν και η αλεξιθυμία θεωρείται ένα σχετικά σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, οι ερευνητές υποδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις της μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω στοχευμένων ψυχολογικών παρεμβάσεων. Μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση είναι η γνωστική συμπεριφορική θεραπεία (CBT), ιδίως όταν βοηθά τα άτομα να αναγνωρίσουν και να περιγράψουν τα συναισθήματά τους, πριν αναπτύξουν στρατηγικές για τη ρύθμισή τους. Αυτή η βήμα – βήμα προσέγγιση μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για άτομα που δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις συναισθηματικές τους αντιδράσεις.
Οι ερευνητές υποδεικνύουν, επίσης, ότι ορισμένες προσεγγίσεις που βασίζονται στην ενσυνειδητότητα ενδέχεται να είναι λιγότερο κατάλληλες σε άτομα με έντονη αλεξιθυμία, ιδίως εάν απαιτούν δεξιότητες συναισθηματικής επίγνωσης που δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί.
Ο πόνος είναι σωματικός, αλλά η διαχείρισή του όχι
Τα ευρήματα ενισχύουν την ιδέα ότι οι σωματικές αισθήσεις και οι συναισθηματικές διεργασίες είναι στενά συνδεδεμένες. Αυτό δε σημαίνει ότι ο χρόνιος πόνος είναι «στο μυαλό» ή απλώς συνέπεια αρνητικών σκέψεων, ούτε υποδηλώνει ότι η ψυχολογική θεραπεία πρέπει να αντικαταστήσει την ιατρική φροντίδα.
Αντίθετα, η αναγνώριση των συναισθηματικών δυσκολιών μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να αναπτύξουν πιο ολοκληρωμένες, εξατομικευμένες προσεγγίσεις στη διαχείριση του πόνου. Το να μάθουν όσοι ζουν με χρόνιο πόνο πώς να αναγνωρίζουν και να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη χρήσιμο εργαλείο – όχι απαραίτητα για να εξαφανιστεί ο πόνος, αλλά για να μειωθεί ο αντίκτυπός του και να ανακτήσουν μια μεγαλύτερη αίσθηση ελέγχου στην καθημερινή τους ζωή.
Πηγή: ygeiamou.gr


























