...εντόπισαν επιστήμονες στην Αυστραλία, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες θεραπείες.
Η ανακάλυψη θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί τα συνηθισμένα αντικαταθλιπτικά φάρμακα δεν είναι αποτελεσματικά για ορισμένους ανθρώπους, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τη σημασία του βιολογικού ρολογιού στην ψυχική υγεία, αναφέρει ο Independent.
Η νέα μορφή, την οποία οι ερευνητές ονομάζουν «κιρκάδια κατάθλιψη» (circadian depression), συνδέεται με τον εσωτερικό 24ωρο μηχανισμό του οργανισμού που ρυθμίζει τον κύκλο ύπνου και εγρήγορσης.
Σύμφωνα με τη μελέτη του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ, που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση British Journal of Psychiatry, οι ασθενείς με αυτό το προφίλ κατάθλιψης εμφανίζουν συχνότερα αντίσταση στις συμβατικές φαρμακευτικές θεραπείες.
Τα βασικά συμπτώματα
Οι επιστήμονες πραγματοποίησαν γενετική ανάλυση σε περισσότερους από 10.000 Αυστραλούς με κατάθλιψη. Από αυτούς, 2.604, ποσοστό σχεδόν 25%, παρουσίαζαν χαρακτηριστικά συμβατά με την κιρκάδια κατάθλιψη.
Τα βασικά συμπτώματα περιλαμβάνουν εποχικές διακυμάνσεις της νόσου, αυξημένη διάρκεια ύπνου κατά τις περιόδους κατάθλιψης, έντονη κόπωση κατά το πρωινό ξύπνημα και προτίμηση για νυχτερινή δραστηριότητα. Οι ασθενείς αυτοί τείνουν να εμφανίζουν κατάθλιψη σε μικρότερη ηλικία, είναι συχνότερα γυναίκες και παρουσιάζουν σοβαρότερα συμπτώματα.
Η μελέτη διαπίστωσε επίσης αυξημένη γενετική προδιάθεση για φλεγμονώδεις και καρδιαγγειακές παθήσεις, καθώς και για νευροψυχιατρικές διαταραχές, όπως η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), οι αγχώδεις διαταραχές και η διπολική διαταραχή.
Πιο αποτελεσματικές θεραπείες
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η κιρκάδια κατάθλιψη ενδέχεται να ανταποκρίνεται καλύτερα σε παρεμβάσεις που στοχεύουν στη ρύθμιση του βιολογικού ρολογιού, όπως η φωτοθεραπεία, η μελατονίνη και ορισμένα αντικαταθλιπτικά που επηρεάζουν τους κιρκάδιους ρυθμούς.
«Η κατάθλιψη δεν είναι μια ομοιογενής νόσος. Η κατανόηση των χαρακτηριστικών των διαφορετικών υποτύπων σημαίνει ότι μπορούμε να προσφέρουμε στους ασθενείς νωρίτερα τις θεραπείες που θα είναι αποτελεσματικότερες για αυτούς», εξηγεί η ερευνήτρια Εμιλιάνα Τονίνι.
Πάντως, οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι απαιτούνται πρόσθετες μελέτες σε μεγαλύτερους και πιο αντιπροσωπευτικούς πληθυσμούς, προκειμένου να επιβεβαιωθούν τα ευρήματα και να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων θεραπειών.
Πηγή: cnn.gr




























