Σκρολάρουν πριν το σχολείο, στα διαλείμματα και μέχρι αργά τη νύχτα, και οι γονείς συχνά αναρωτιούνται πώς τους επηρεάζει όλος αυτός ο χρόνος.
Μια νέα μακροχρόνια μελέτη από την Αυστραλία, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Medical Journal of Australia, επιχειρεί να αποσαφηνίσει τις επιπτώσεις αυτής της συνήθειας στην ψυχική υγεία των εφήβων.
Ερευνητές του Ινστιτούτου Παιδιατρικής Έρευνας Μέρντοκ και του Πανεπιστημίου Ντίκιν παρακολούθησαν σχεδόν 1.200 παιδιά στη Μελβούρνη για περισσότερα από δέκα χρόνια. Οι συμμετέχοντες εντάχθηκαν στη Μελέτη Μετάβασης από Παιδί σε Ενήλικο (Child to Adult Transition Study) σε ηλικία οκτώ ή εννέα ετών και απαντούσαν κάθε χρόνο στις ίδιες ερωτήσεις σχετικά με τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την ψυχική τους κατάσταση.
Οι επιστήμονες εξέτασαν εάν η αυξημένη χρήση κατά τη διάρκεια ενός έτους συνδεόταν με περισσότερα προβλήματα ψυχικής υγείας το επόμενο. Στις ηλικίες των 17 και 18 ετών, περίπου τα μισά κορίτσια και η πλειονότητα των αγοριών χρησιμοποιούσαν τις πλατφόρμες για περισσότερες από δύο ώρες ημερησίως, αναφέρει το Earth.com.
Η σύνδεση με την κατάθλιψη
Το σαφέστερο εύρημα αφορούσε τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Οι έφηβοι που περνούσαν περισσότερες από δύο ώρες την ημέρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να αισθάνονται πεσμένοι έναν χρόνο αργότερα, συγκριτικά με όσους τα χρησιμοποιούσαν λιγότερο από μία ώρα.
Η επίδραση, πάντως, ήταν σχετικά μικρή: ανά 100 εφήβους με υψηλή χρήση καταγράφηκαν περίπου πέντε επιπλέον περιπτώσεις έντονης ψυχικής δυσφορίας. Παρομοίως, ήπια μείωση παρατηρήθηκε στη γενικότερη ευεξία, ενώ η συσχέτιση με το άγχος και τον αυτοτραυματισμό ήταν ελάχιστη.
Οι μέσοι όροι, ωστόσο, έκρυβαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των φύλων. Για τα κορίτσια, ο κίνδυνος ήταν περίπου διπλάσιος. Περισσότερες από δύο ώρες ημερήσιας χρήσης συνδέονταν με σαφέστερη επιδείνωση της ψυχικής τους κατάστασης, ενώ επιπτώσεις καταγράφηκαν ακόμη και με χρήση από μία έως δύο ώρες. Στα αγόρια, αντίθετα, οι επιδράσεις ήταν σχεδόν μηδενικές.
Η ηλικία αποδείχθηκε ακόμη σημαντικότερη από τη διάρκεια χρήσης. Οι εντονότερες επιπτώσεις εμφανίστηκαν σε κορίτσια 12 και 13 ετών. Σε αυτή την ομάδα, η υψηλή χρήση συνδέθηκε με περίπου 12 επιπλέον περιπτώσεις χαμηλής διάθεσης ή μειωμένης ευεξίας ανά 100 κορίτσια. Στις μεγαλύτερες ηλικίες, ο αντίστοιχος κίνδυνος ήταν περίπου ο μισός.
Η ιδιαιτερότητα των κοριτσιών
Σύμφωνα με τη Δρ. Nandi Vijayakumar, η πρώιμη εφηβεία αποτελεί περίοδο κατά την οποία η αυξημένη χρήση συνδέεται εντονότερα με προβλήματα ψυχικής υγείας έναν χρόνο αργότερα. Τα κορίτσια συνήθως εισέρχονται στην εφηβεία νωρίτερα από τα αγόρια, ενώ οι περιοχές του εγκεφάλου που διαχειρίζονται τα έντονα συναισθήματα εξακολουθούν να αναπτύσσονται. Ταυτόχρονα, έρχονται για πρώτη φορά αντιμέτωπα με την κοινωνική σύγκριση, τις συγκρούσεις και το επιβλαβές διαδικτυακό περιεχόμενο.
Παρότι η συνολική αύξηση του κινδύνου ήταν περιορισμένη, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ακόμη και μικρές επιδράσεις μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία, όταν αφορούν εκατομμύρια νέους. Για τον λόγο αυτό, θεωρούν την πρώιμη εφηβεία την καταλληλότερη περίοδο για παρεμβάσεις.
Πηγή: cnn.gr


























