Κάποτε ο άνθρωπος γνώριζε το μέτρο. Το είχε μάθει από τα ποτάμια, που δεν ξεχειλίζουν παρά μόνο όταν έρθει η πλημμύρα. Από τα δέντρα, που δεν απλώνουν τα κλαδιά τους πέρα από ό,τι αντέχει η ρίζα. Από τη θάλασσα, που σέβεται την ακτή: την αγγίζει, την αφήνει, παίζει μαζί της. Το μέτρο ήταν το πιο σιωπηλό πράγμα στον κόσμο. Δεν το έβλεπες. Το ένιωθες, όπως νιώθεις το βάρος του αέρα πριν την καταιγίδα.
Και μετά το ξέχασε.
Πέθανε από τη στιγμή που σταματήσαμε να ντρεπόμαστε. Όταν η ευγένεια έγινε υποκρισία, η συγγνώμη αδυναμία, η σιωπή δειλία. Όταν αρχίσαμε να απολαμβάνουμε την πτώση του άλλου όχι ως ατύχημα, αλλά ως θέαμα. Ως ψυχαγωγία. Ως δικαίωμα.
Μαζί του πέθανε κι εκείνο που λέγαμε ανθρωπιά. Αυτό που μας κρατούσε όρθιους όταν όλα γύρω μας είχαν γίνει σκουπίδια.
Και τότε ανακαλύψαμε κάτι πιο γλυκό κι από το μέτρο. Κάτι πιο μεθυστικό κι από την ίδια την εξουσία. Την ηδονή της υποτίμησης.
Γιατί δεν μισούμε τον άλλον επειδή είναι κακός. Τον μισούμε επειδή υπάρχει. Επειδή μας θυμίζει, με την απλή παρουσία του, πως κι εμείς κάποτε ήμασταν κάτι που δεν θέλουμε να θυμόμαστε. Και τότε αρχίζει το έργο. Το πιο αρχαίο, το πιο ανθρώπινο, το πιο βρώμικο: η καθημερινή, απολαυστική υποτίμηση του άλλου.
Είναι στο χαμόγελο του προϊσταμένου που διορθώνει τον υφιστάμενο μπροστά σε κοινό. Στο ανέκδοτο εις βάρος κάποιου που δεν είναι παρών να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Στο like σε μια ανάρτηση που γελοιοποιεί κάποιον που τόλμησε να εκτεθεί. Στη σιωπή σου όταν θα μπορούσες να υπερασπιστείς κάποιον, αλλά προτιμάς να απολαύσεις τη στιγμή.
Η υποτίμηση δεν είναι βία. Είναι πιο εκλεπτυσμένη. Η βία αφήνει σημάδια, κατηγορίες, φυλακές. Η υποτίμηση αφήνει ένα κενό σε αυτόν που τη δέχεται και μια μικρή ζεστασιά σε αυτόν που τη μοιράζει. Είναι το πιο δημοκρατικό συναίσθημα: όλοι μπορούν να το νιώσουν. Αρκεί να βρουν κάποιον πιο αδύναμο, πιο φτωχό, πιο άσχημο, πιο μόνο, πιο διαφορετικό. Κάποιον που να μην μπορεί να αντεπιτεθεί.
Και το πιο τρομερό; Δεν το κάνουμε επειδή είμαστε κακοί. Το κάνουμε επειδή είμαστε άνθρωποι. Η ύπαρξή μας είναι τόσο εύθραυστη, τόσο γεμάτη ρωγμές, που ο μόνος τρόπος να νιώσουμε στέρεοι είναι να πατήσουμε πάνω σε κάποιον άλλον. Η υποτίμηση είναι το αντίδοτο στην αμφιβολία μας. Η στιγμή που επιτέλους, νιώθουμε ανώτεροι. Έστω και για λίγο. Έστω και για έναν άνθρωπο.
Αυτή είναι η σκοτεινή αλήθεια: η υποτίμηση δεν είναι ατύχημα της ανθρώπινης φύσης. Είναι το κέντρο της. Όταν δεν μπορούμε να ελέγξουμε τη ζωή μας, ελέγχουμε τη ζωή κάποιου άλλου. Όταν δεν μπορούμε να είμαστε σημαντικοί, κάνουμε κάποιον άλλον ασήμαντο. Τόσο απλό.
Τόσο φτηνό. Τόσο ανθρώπινο.
Το ξέρουμε όταν κοιτάμε τον καθρέφτη και βλέπουμε μια σκιά να χαμογελάει πίσω από τα μάτια μας. Όταν θυμόμαστε εκείνη τη φορά που γελάσαμε με κάποιον που έπεσε, και νιώσαμε μια απαγορευμένη χαρά. Όταν, για μια στιγμή νιώσαμε πιο ψηλοί. Πιο δυνατοί κι ας μην κάναμε τίποτα για να το αξίζουμε.
Και τότε καταλαβαίνουμε: το μέτρο δεν πέθανε ποτέ. Απλώς το θάψαμε. Κάτω από τόνους από likes, από κριτική, από ειρωνεία, από αδιαφορία. Το θάψαμε γιατί μας εμπόδιζε να απολαύσουμε. Γιατί το μέτρο δεν σου επιτρέπει να γελάσεις με την πτώση του άλλου, δεν σου επιτρέπει να ξεχάσεις πως κι εσύ μια μέρα θα πέσεις.
Γιατί ρεαλισμός δεν είναι να κοιτάς τον κόσμο και να λες «πόσο ωραίος είναι». Είναι να κοιτάς τον κόσμο και να λες «πόσο είμαι». Και αν είσαι ειλικρινής, θα δεις πως μέσα σου κρύβεται η ίδια ηδονή. Η ίδια ανάγκη να πατήσεις κάποιον για να νιώσεις στέρεος. Η ίδια σιωπή όταν θα έπρεπε να μιλήσεις. Η ίδια γεύση, γλυκιά και δηλητηριώδης στο στόμα.
Δεν είμαστε θύματα. Δεν είμαστε θύτες. Είμαστε απλώς άνθρωποι. Και η υποτίμηση είναι το πιο ανθρώπινο πράγμα που έχουμε. Το μόνο που δεν χρειάζεται να μάθουμε και το μόνο που θα συνεχίσουμε να κάνουμε, μέχρι να μη μείνει κανείς να υποτιμήσουμε.
Τότε θα κοιτάξουμε γύρω μας και δεν θα υπάρχει κανείς. Θα κοιτάξουμε τον εαυτό μας και θα δούμε πως δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο η ηδονή και το κενό που την ακολουθεί και το αβάσταχτο βάρος του μέτρου, που δεν τηρήσαμε ποτέ.
- Ο Παύλος Ανδριάς είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας





















