Είναι στιγμές που οι λέξεις περισσεύουν! Το είδαμε όταν οι ποδοσφαιριστές της Εθνικής μας ομάδας στο παιχνίδι με την Γερμανία στην Τούμπα, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε κάθε αγώνα, ακούγοντας τις πρώτες λέξεις του Εθνικού μας ύμνου, κάτι ράγισε μέσα τους και ένα δάκρυ κύλισε στο πρόσωπό τους. Δεν ήταν αδυναμία. Ήταν συναίσθημα. Ήταν μνήμη. Ήταν πατρίδα… ήταν ένα όνειρο που έγινε αλήθεια: να φέρουν το εθνόσημο στο στήθος.
Και τότε, όπως πάντα, ακούστηκαν οι γνωστές φωνές, οι κλασικές ατάκες, οι αντιδράσεις, τα συμπεράσματα: «Εθνικισμός». «Φασισμός». «Ντροπή και αίσχος». «Κατάντια», λες και το να αγαπάς τον τόπο που σε γέννησε είναι κάποιο σκοτεινό ένστικτο που πρέπει να κρύβουμε. Λες και το δάκρυ ενός ανθρώπου που ακούει τον ύμνο της χώρας του είναι ύποπτο, επικίνδυνο, αντιδραστικό.
Ας το ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, μια και καλή.
Πατριωτισμός δεν σημαίνει μίσος για τον άλλο. Ο πατριώτης αγαπά τη δική του πατρίδα επειδή γνωρίζει την ιστορία της, σέβεται τους θεσμούς της και τους προγόνους του και όχι επειδή μισεί τον γείτονα.
Ο φασίστας, αντίθετα, χρειάζεται έναν εχθρό για να υπάρξει. Ο πατριώτης χρειάζεται μόνο μια ιστορία, ένα τοπίο, μια γλώσσα, ένα σύμβολο…
Ο εθνικός ύμνος δεν είναι σημαία μίσους. Είναι το τραγούδι ενός λαού που σηκώθηκε από τη στάχτη τετρακοσίων χρόνων σκλαβιάς, είναι ο Διονύσιος Σολωμός που μέσα από τους στίχους του μιλάει για την ελευθερία που «αργεί να ξημερώσει», αλλά ξημερώνει και που όταν τους ακούς, ένα δάκρυ ευγνωμοσύνης κυλά από τα μάτια σου.
Αλλά αλήθεια, για ποιο λόγο να ντρεπόμαστε που είμαστε Έλληνες; Να ντρεπόμαστε για τον Σολωμό και τον Παπαδιαμάντη; Για το 1821 και το 1940; Για τη γλώσσα που μίλησε ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης; Για τη θάλασσα που πήρε το χρώμα της από τη σκέψη μας;
Γιατί αν κάποιος ντρέπεται για όλα αυτά, το πρόβλημα δεν είναι η πατρίδα. Είναι ο ίδιος.
Και ναι, ζούμε σε μια εποχή που όλα καταρρέουν. Η οικονομία, οι θεσμοί, η εμπιστοσύνη, το μέλλον. Και ξέρετε, σε τέτοιες εποχές, ο άνθρωπος ψάχνει κάτι στέρεο να πιαστεί, σε κάτι δυνατό και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από την ταυτότητά του.
Είναι αυτό που συχνά λέμε, το «εμείς». Είναι η γλώσσα, η μνήμη, η κοινή πορεία. Όταν λοιπόν, όλα γύρω σου γκρεμίζονται, το να κρατάς την πατρίδα σου ως σημαία και ως «οδηγό» στη ζωή σου, δεν είναι οπισθοδρόμηση ·είναι σανίδα σωτηρίας.
Το πρόβλημα βέβαια, δεν είναι όσοι αγαπούν την Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι όσοι δεν αγάπησαν ποτέ τίποτα, και για να δικαιολογήσουν το κενό τους, βαφτίζουν κάθε συναίσθημα «φασισμό».
Δεν είναι ντροπή να κλαις ακούγοντας τον ύμνο σου. Ντροπή είναι να μην νιώθεις τίποτα. Ντροπή είναι να περιφρονείς αυτούς που νιώθουν, για να νιώσεις εσύ ανώτερος. Ντροπή είναι να ζεις σε αυτή τη χώρα, να απολαμβάνεις τον ήλιο, τη θάλασσα, τη γλώσσα της, και ταυτόχρονα να τη μισείς!
Οι ποδοσφαιριστές της Εθνικής έκλαψαν. Έκλαψαν γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν παίζουν για τον εαυτό τους. Παίζουν για ένα σύνολο ανθρώπων που λέγεται Ελλάδα και αυτό δεν είναι φασισμός. Είναι ανθρωπιά.
Η πατρίδα δεν είναι ιδέα για τους λίγους. Είναι βίωμα για τους πολλούς και όσο υπάρχει έστω ένας που δακρύζει ακούγοντας τον ύμνο, αυτή η χώρα έχει ακόμα ψυχή.
Μια ψυχή που ακόμα κι όταν όλα καταρρέουν, είναι το τελευταίο πράγμα που χάνεται.
- Ο Παύλος Ανδριάς είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας























