«Όταν έρχομαι στην γενέτειρά μου, την Ηλεία και βλέπω το τοπίο, που μοιάζει με αναγεννησιακό πίνακα, φτερουγίζει η ψυχή μου…». Σε μια μόλις πρόταση η Αγγέλικα Κοροβέση, φανερώνει όλα της τα συναισθήματα για τον τόπο της. Την Ηλεία, τον Πύργο, την Αρχαία Ολυμπία που στάθηκε η αφορμή για να γίνει γλύπτρια και να καταξιωθεί διεθνώς.
Ένα «παιδί» του Πύργου, επιστρέφει στη γενέτειρα, με σεβασμό και αγάπη στον τόπο και τους ανθρώπους του όχι απλά για να προβάλλει το έργο της, αλλά να μας μυήσει στον μαγικό κόσμο της τέχνης της. Εκεί όπου η ύλη συναντά τον ήχο και κάθε συλλαβή παίρνει σχήμα και οντότητα. Η Αγγέλικα Κοροβέση εκθέτει δημιουργίες της με τίτλο «Ηχογλυπτά και ισορροπία» στο Αρχοντικό Μαστροβασιλόπουλου στο Επιτάλιο, στον πολυχώρο πολιτισμού του Συλλόγου «Επί της αλός». Αποδέχτηκε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό την πρότασή του δραστήριου Πολιτιστικού Συλλόγου και η έκθεση ανοίγει τις πύλες της για το κοινό την Κυριακή 3 Αυγούστου στις 20.30.
«Είναι σημαντικό ότι βρίσκομαι στην γενέτειρά μου, και έτσι αποφάσισα να κάνω αυτή την έκθεση. Με τίμησε ο Πολιτιστικός Σύλλογος Επιταλίου «Επί της αλός» και αυτό που θα δείτε είναι γλυπτική με συνοδεία πεδίων που αφορούν την γλυπτική» δηλώνει η καταξιωμένη γλύπτρια στο ilialive.gr. Μας μιλά για τις δημιουργίες της και πώς έφτασε στο σημείο να συνδυάσει τον ήχο με την ύλη, πώς «επικοινωνούν» τα έργα της με το κοινό, πώς βλέπει η ίδια την γλυπτική σήμερα μέσα από μια πορεία 50 ετών αλλά και γιατί, ενώ υπάρχουν έργα της διάσπαρτα στην Ηλεία, λείπει από την πόλη ένα γλυπτό-αναφοράς με την υπογραφή της.
«Τα «Ηχογλυπτά» και η «Ισορροπία» είναι δύο έννοιες οι οποίες διαπερνούν όλη μου την καλλιτεχνική πορεία. Τα «Ηχογλυπτά» είναι μορφές σε μέταλλο, ηχογραφήματα λέξεων και ταυτόχρονα οι έννοιες των λέξεων που «περνάνε» μέσα απ’ αυτό το σχήμα. Δηλαδή σαν μοντέλο παίρνω τον ήχο της λέξης π.χ «ΕΙΡΗΝΗ», και με τη βοήθεια της τεχνολογίας βάσει της έννοιας δημιουργώ μία μορφή που περιέχει και τα δύο στοιχεία, και την έννοια και τον ήχο. Η ισορροπία είναι ταυτόσημο με τον ήχο αλλά ταυτόχρονα και με τον άνθρωπο και τις σχέσεις του με τους άλλους, τη ζωή, τη φύση κλπ»
Τα «Ηχογλυπτά» είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία του έργου σας. Τι σας ενέπνευσε σ’ αυτό και πως οδηγηθήκατε στον συνδυασμό ήχου και ύλης;
Πραγματικά δεν είναι κάτι που συνηθίζεται. Σπούδασα γλυπτική, αυτή ήταν η βάση μου. Επηρεάστηκα όμως πάρα πολύ από τη δουλειά του Ιάννη Ξενάκη. Εντυπωσιάστηκα όταν είχα δει μια έκθεσή του στην Εθνική Πινακοθήκη μετά την μεταπολίτευση. Άρχισα να παρακολουθώ τη δουλειά του και την σκέψη του, το πόσο ολιστικά έβλεπε ένα θέμα. Και αυτό θεωρώ ότι είναι μια ιδιότητα των Ελλήνων καλλιτεχνών στο εξωτερικό, δηλαδή μια δυτική δημιουργική σκέψη ανάμεσα σε όλα.
Έχοντας στο εργαστήριό μου ένα τεχνολογικό πρόγραμμα ήχου, άρχισα να «βλέπω» τον ήχο και τις μορφές του. Σιγά-σιγά οδηγήθηκα στις λέξεις και θαύμασα τις θέσεις των ηχογραφημάτων με τα σχήματα. Δημιουργώ τα πρώτα γλυπτά με ηχογραφήματα που από την πρώτη στιγμή η «ΕΙΡΗΝΗ» ήταν το θέμα μου, ενώ στη συνέχεια έκανα πολλές μορφές με τον ήχο της ίδιας λέξης και στη συνέχεια πειραματίστηκα… Δούλεψα πάνω στον ήχο της ελληνικής λέξης και το υλικό. Είναι πολλά τα χρόνια που δουλεύω πάνω στον ήχο. Η ελληνική γλώσσα είναι η παρακαταθήκη των προγόνων μας, το μέσον μέσω του οποίου παίρνουμε τις γνώσεις και προχωράμε. Μετέτρεψα σε γλυπτική την σημαντικότητα της γλώσσας και βέβαια τη σημασία της έννοιας «ισορροπία».
Η γλυπτική είναι κατά μία έννοια μια δυσνόητη τέχνη για τους μη μυημένους σ’ αυτήν. Όταν εκθέτετε έργα σας σε δημόσιους χώρους, καθώς σε μια γκαλερί είναι συγκεκριμένο το κοινό που θα επιλέξει να τα δει-υπάρχει η αγωνία το πώς θα «επικοινωνήσει» το ευρύ κοινό με το έργο σας;
Έχει σημασία ο δημόσιος χώρος και για ποιο θέμα είναι το έργο που θα στηθεί. Αν το έργο έχει ιστορικό θέμα, σίγουρα θα πρέπει να έχει μεγαλύτερη αμεσότητα με το κοινό για να μπορεί να μεταφέρει το μήνυμα που η ιστορία μας φέρνει μπροστά. Όμως, υπάρχει και η αισθητική του χώρου που και αυτό είναι ένα κομμάτι της ζωής μας, σε μια πόλη που το έχουμε ανάγκη, που εμείς οι έλληνες δυστυχώς δεν το ξέρουμε, το δεν το έχουμε μάθει, δεν το έχουμε διδαχτεί, παρ’ όλο που έχουμε έναν αρχαίο πολιτισμό, μέσα από την γλυπτική η οποία συμβόλιζε τα πάντα. Δεν έχουμε εκπαιδευτεί να έχουμε τη γλυπτική σε δημόσιο χώρο. Κυρίως έχουμε μνημεία πεσόντων, ηρώων ή προτομές. Η κατανόηση πιο ελεύθερης έκφρασης του γλυπτού σε δημόσιο χώρο, πραγματικά δεν είναι εύκολη. Δεν αποκλείεται όμως η ελεύτερη γλυπτική και στην Ελλάδα και σταδιακά θα γίνεται πιο επιθυμητή.
Αναφερθήκατε στη χρήση της τεχνολογίας για τη δημιουργία των «ηχογλυπτικών». Σε μια εποχή ραγδαίας εξέλιξης της τεχνολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης, ποια η θέση της τέχνης σε όλες αυτές τις αλλαγές;
Η τέχνη έχει ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν, τη χρήση της τεχνολογίας. Υπάρχουν πλέον των 20 ετών πίνακες, ζωγραφισμένοι με τεχνολογία. Για παράδειγμα, ο Ιάννης Ξενάκης από το 1960 χρησιμοποιεί τεχνολογία. Ο Takis επίσης, με τα μαγνητικά του σινιάλα. Ο τρόπος που σκέφτηκαν αυτοί οι Έλληνες –βέβαια με την κουλτούρα του εξωτερικού και όχι με δεδομένη τη δική μας-είναι πιστεύω το ανήσυχο ελληνικό πνεύμα. Είναι αυτό που φέρνει το καινούργιο. Η τεχνολογία, αν είσαι ικανός καλλιτέχνης δεν θεωρώ ότι σε «στεγνώνει» . Γιατί, εκείνο που προβάλλεται από την τέχνη, είναι η σκέψη και το πνεύμα. Είναι αυτό που προκαλεί την εξέλιξη…
Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπετε τη γλυπτική, από το ξεκίνημα, την εδραίωσή σας μέχρι σήμερα.
Καταρχήν όλη αυτή η πορεία των 50 χρόνων στη γλυπτική, μου έχει δώσει μεγάλη ελευθερία και βεβαιότητα χρήσης υλικών. Έχει μεγάλη αξία να ξέρεις πώς να αξιοποιήσεις τα υλικά για να περάσεις τις σκέψεις σου σ’ αυτά. Η γλυπτική είναι μια βαριά βιομηχανία. Δεν είναι εύκολο να πραγματοποιήσεις τις σκέψεις σου γιατί έχεις πολλά στοιχεία να διαχειριστείς για να φτάσεις στην τελική εικόνα. Η πρόθεσή μου στην γλυπτική ήταν να κάνω κάτι το οποίο να είναι όμορφο, αέρινο, ευαίσθητο και όχι αυτό που προκαλεί συνήθως η γλυπτική σαν κάτι «βαρύ» και απλησίαστο. Οπότε, θέλοντας να ξεπεράσω το βάρος του υλικού κάνω πράγματα που σχεδόν στέκονται στον αέρα.
Γιατί όμως δεν έχουμε δει ακόμη έργο σας να κοσμεί δημόσιο , εξωτερικό χώρο στην πόλη;
Κανένας προφήτης στον τόπο του, δεν λένε; (γέλια), Στην πόλη «υπάρχω» έχοντας κάνει, το «Ηρώο» στο Κατάκολο… Έχω δείξει την πρόθεσή και το ενδιαφέρον μου για τον τόπο μου, αλλά η πρόσκληση δεν έρχεται. Και εννοείται ότι δεν μπορείς να κάνεις κάτι μόνος σου σε δημόσιο χώρο. Πρέπει να υπάρξει πρόσκληση. Καλό το ερέθισμα, ας γίνει το επιθυμητό και να γίνουν οι προσκλήσεις. Θεωρώ ότι είναι αναγκαίο, η πόλη να διδάσκει τους επόμενους από τους προηγούμενους. Να δίνει την αισιοδοξία, ότι άνθρωποι που γεννήθηκαν σ’ αυτόν τον τόπο, είχαν την έμπνευση, την καλαισθησία, τη δύναμη… έγιναν ποιητές, συγγραφείς, γλύπτες…
Αναφερθήκατε νωρίτερα για γλυπτά που εναρμονίζονται με τη αισθητική του χώρου. Πως κρίνετε σήμερα, την αισθητική του Πύργου, της πόλης που και γεννηθήκατε και μεγαλώσατε…
Η ομορφιά των κτιρίων του προηγούμενου αιώνα, είναι ακόμη κυρίαρχη. Η σύγκριση όμως είναι αρκετά αρνητική. Δηλαδή, ναι μεν ο Πύργος μεγαλώνει αλλά όχι με την δυναμική που ήταν στο παρελθόν. Είναι όμως πάντα στην καρδιά μου. Όταν φτάνω και βλέπω αυτό το τοπίο, που θυμίζει αναγεννησιακό πίνακα, αμέσως φτερουγίζει η ψυχή μου ψηλά. Η ομορφιά του τοπίου, η Αρχαία Ολυμπία που με ενέπνευσε να γίνω γλύπτρια… Ο καθένας αγαπά τον τόπο του αλλά και αυτός ο τόπος είναι ευλογημένος!





























